Κάποιο ωραίο βράδυ ο δικαστικός υπάλληλος Ιβάν Δημητρίεβιτς Τσερβιακώφ, ένας νέος με ώμορφο παρουσιαστικό, καθόταν στη δεύτερη σειρά του θεάτρου και παρακολουθούσε την παράστασι «Τα κουδούνια της Κορνεβάγης» (σ.σ. ατυχής μετάφραση της κωμικής οπερέτας του Πλανκέτ «Οι Καμπάνες της Κορνεβίλλης»/Les Cloches de Corneville).
Εκύτταζε με προσοχή στη σκηνή κι’ ένοιωθε τον εαυτό του απεριόριστα ευτυχισμένον. Ξαφνικά, όμως, το πρόσωπό του ζάρωσε, τα μάτια του γούρλωσαν και η ανάσα του κόπηκε. Ο Τσερβιακώφ προσπάθησε να συγκρατηθή, αλλά δεν μπόρεσε και φταρνίστηκε. Στην αρχή εντράπηκε γι’ αυτό, αλλά ύστερα σκέφθηκε πως όλος ο κόσμος φταρνίζεται. Ακόμη και οι μουζίκοι και οι διευθυνταί της αστυνομίας και όλοι. Γι’ αυτό ο Τσερβιακώφ δεν ταράχθηκε καθόλου. Σκουπίστηκε με το μαντηλάκι του και κύτταζε γύρω για να δη μήπως ανησύχησε κανέναν. Τώρα όμως βρέθηκε εις την ανάγκην να ταραχθή. Είδε τον γέρο που καθόταν μπροστά του, στην πρώτη σειρά, να σφουγγίζη με το γάντι τη φαλάκρα του και τον λαιμό του και να μουρμουρίζη. Τον κύτταξε προσεκτικά και τον εγνώρισε. Ήταν ο στρατηγός Μπριζάλωφ, που υπηρετούσε στο υπουργείο Συγκοινωνίας.
«Τον πιτσίλισα», συλλογίστηκε ο Τσερβιακώφ. «Ευτυχώς που δεν είνε προϊστάμενος στην υπηρεσία μου. Ωστόσο δεν είνε καθόλου σωστό. Πρέπει να του ζητήσω συγγνώμην».
Ο Τσερβιακώφ έσκυψε λιγάκι και εψιθύρισε στο αυτί του στρατηγού:
— Με συγχωρήτε, εξοχώτατε. Σας πιτσίλισα χωρίς να θέλω…
— Τίποτα… τίποτα… είπε ο στρατηγός.
— Για τον Θεό, συγγνώμην. Καταλαβαίνετε πως δεν το ήθελα.
— Αχ, καθήστε, σας παρακαλώ. Κι’ αφήστε με ν’ ακούσω.
Ο Τσερβιακώφ ταραγμένος εχαμογέλασε και σήκωσε τα μάτια του στη σκηνή. Στο διάλειμμα πλησίασε τον Μπριζάλωφ και του είπε:
— Σας πιτσίλισα, εξοχώτατε. Με συγχωρείτε.
— Ω, φτάνει πια. Εγώ το ξέχασα, πάει· κι’ εσείς όλο γι’ αυτό μιλάτε.
«Το ξέχασε, αλλά τα μάτια του δε μ’ άρεσαν», συλλογίστηκε ο Τσερβιακώφ, κυττάζοντας ύποπτα τον στρατηγό. «Θα πρέπη να του εξηγήσω πως δεν τόθελα και πως φταίνε οι νόμοι της φύσεως, γιατί μπορεί να νομίση πως ήθελα να τον φτύσω».
Όταν έφτασε στο σπίτι του, ο Τσερβιακώφ τα είπε στη γυναίκα του.
— Εσύ πάλι πήγαινε να του ζητήσης συγγνώμην, του απάντησε αυτή. Για να μη νομίση πως δεν ξέρεις να φέρνεσαι στον κόσμο.
— Εγώ του ζήτησα συγγνώμην, αλλά αυτός φέρθηκε κάπως παράξενα.
Την άλλη μέρα ο Τσερβιακώφ φόρεσε την καινούργια του στολή και πήγε στου Μπριζάλωφ για να του εξηγήση. Στο γραφείο του στρατηγού ήταν μερικοί άνθρωποι. Ο Τσερβιακώφ πλησίασε τον Μπριζάλωφ.
— Χθες στο θέατρο «Αρκαδία», αν θυμάστε, εξοχώτατε, άρχισε να του αναφέρη ο Τσερβιακώφ, είχα φταρνιστή και σας πιτσίλισα…
«Δε θέλει να μιλήση», σκέφθηκε ο Τσερβιακώφ. «Πάει να πη πως είνε θυμωμένος. Δεν πρέπει να τ’ αφήσουμε έτσι το πράγμα. Θα του εξηγήσω…»
Μόλις ο στρατηγός ετελείωσε τας επισκέψεις, ο Τσερβιακώφ τον επλησίασε:
— Εξοχώτατε, του είπε. Αν τολμώ να σας ανησυχώ, το κάνω γιατί μετανοώ. Δεν τόθελα, το ξέρετε και σεις!
— Μα εσείς χωρατεύετε; του είπε θυμωμένος ο στρατηγός. Αυτό θα είνε. Και έκλεισε την πόρτα.
«Για ποια χωρατά μιλάει;» σκεπτόταν ο Τσερβιακώφ. «Εγώ δεν του έκαμα αστεία. Μυστήριο! Κοτζάμ στρατηγός και δεν καταλαβαίνει. Ας πάη στο διάβολο! Τι φταίω εγώ; Θα του γράψω ένα γράμμα, αλλά δεν θα ξαναπατήσω εδώ μέσα».
Αυτά σκεφτόταν ο Τσερβιακώφ όταν γύριζε στο σπίτι του. Γράμμα του στρατηγού όμως δεν έγραψε. Δεν μπορούσε να βρη κατάλληλο τρόπο να γράψη. Αναγκάστηκε να πάη την άλλη μέρα ο ίδιος και να εξηγηθή για τελευταία φορά.
— Χθες ήρθα να σας ανησυχήσω πάλι, εξοχώτατε, είπε μόλις αντίκρυσε τον στρατηγό. Όχι για να χωρατέψω, όπως είχατε εκφρασθή. Ήθελα να ζητήσω συγγνώμην γιατί σας πιτσίλισα με το φτάρνισμά μου. Χωρατά δεν είνε. Τολμώ να αστειεύωμαι εγώ; Αν κάναμε και τέτοια, τι σεβασμός θα έμενε στους ανωτέρους;
— Έξω από δω, ξεφώνισε ωργισμένος ο στρατηγός.
— Τι; ρώτησε ο Τσερβιακώφ φοβισμένος.
— Έξω από δω, ξανάπε ο στρατηγός και χτύπησε το πόδι του στο πάτωμα.
Ο Τσερβιακώφ έτρεξε να φύγη αγανακτημένος. Στον δρόμο συλλογιζόταν πόσο κακός είνε ο κόσμος κι’ άρχισε να κλαίη, χωρίς να μπορή να καταλάβη γιατί ο στρατηγός τού μίλησε έτσι απότομα και άσχημα.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΤΣΕΧΩΦ
*Διήγημα του Αντόν Τσέχωφ, που είχε δημοσιευτεί (υπό τον τίτλο «Ζητώντας συγγνώμην έγινεν ενοχλητικός») στην εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα» το Σάββατο 15 Ιουλίου 1939.
Ο ρώσος συγγραφέας Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 1860 στην κωμόπολη Ταγκανρόγκ της νότιας Ρωσίας και απεβίωσε στις 15 Ιουλίου 1904 στη γερμανική πόλη Μπαντενβέιλερ.
Ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά της οικογένειάς του, μεγάλωσε δε σε ένα πολύ αυστηρό περιβάλλον. Ήδη μαθητής γυμνασίου, ο Τσέχωφ αναγκάστηκε να εξασφαλίζει αφ’ εαυτού τα προς το ζην παραδίδοντας μαθήματα κατ’ οίκον, ενώ είχε αρχίσει να γράφει χιουμοριστικές σκηνές, αφηγήσεις και μονόπρακτα.
Το 1879 εισήλθε στο ιατρικό τμήμα του πανεπιστημίου της Μόσχας, απ’ όπου αποφοίτησε το 1884.
Από το 1880 τα έργα του άρχισαν να δημοσιεύονται σε περιοδικά με το ψευδώνυμο Αντόσια Τσεχοντέ. Το 1884 κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο διηγημάτων του Τσέχωφ, «Τα παραμύθια της Μελπομένης».
Ως γιατρός ο Τσέχωφ βοηθούσε τους ανήμπορους και παρείχε δωρεάν τις ιατρικές υπηρεσίες του.
Ο Τσέχωφ έγινε γνωστός περισσότερο για τα θεατρικά έργα του, με τα οποία αναμόρφωσε το ρωσικό και επηρέασε το παγκόσμιο θέατρο. Ωστόσο, και το πεζογραφικό έργο του (διηγήματα, μυθιστορήματα) αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη, λογοτεχνική και κοινωνική.
Ο Τσέχωφ μαζί με τη σύζυγό του, την αδελφή του και τη μητέρα του
Στα έργα του αποτυπώνεται η διαρκής φθορά της καθημερινής ζωής. Οι ήρωές του είναι άνθρωποι της ανώτερης κυρίως τάξης, που ξοδεύουν τη ζωή τους μέσα στην πνιγηρή ατμόσφαιρα της ρωσικής επαρχίας.
Στα γνωστότερα έργα του συγκαταλέγονται τα ακόλουθα: «Ο γλάρος», «Ο θείος Βάνιας», «Οι τρεις αδελφές», «Ο βυσσινόκηπος», «Η στέπα».