Φώτης Κόντογλου: Γκάφες και λάθη κατά το άγιον Ευαγγέλιον
Αφού ο άγιος Πέτρος, τ' αφεντικό, ο προϊστάμενος του Πάπα, να πούμε, έκανε όλο γκάφες, πώς είναι δυνατό ο παραγυιός του, ο υφιστάμενός του, να είναι αλάθευτος;
Εις το φύλλον της 28ης Ιανουαρίου της εγκρίτου εφημερίδος σας εδημοσιεύθη σημείωμα εις το οποίον αναφέρεται ότι εις την μηνιαίαν εφημερίδα «Τύπος Ορθόδοξος» περιλαμβάνεται και άρθρον υβριστικόν διά τον απόστολον Πέτρον. Μολονότι εις το εν λόγω σημείωμα δεν αναφέρεται ποίος έγραψε το υβριστικόν εκείνο άρθρον, δηλώ ότι ο γράψας είμαι εγώ, όστις είμαι τοις πάσι γνωστός ως υβρίζων και παντοιοτρόπως ασεβών προς τους Αγίους και προς την Αγίαν πίστιν μας εκ νεότητός μου, διά της γραφίδος και διά του χρωστήρος. Ο γράψας το σημείωμα και «οι πολλοί από τους πιστούς που ήλθαν στα γραφεία των Νέων και κατήγγειλαν το γεγονός» διέρρηξαν τα ιμάτιά των διά την ασέβειαν που διέπραξα. Αναγνωρίζω ότι έκαμα λάθος να γράψω το άρθρον μου εις την δημοτικήν, διότι εάν το έγραφα εις την καθαρεύουσαν, δεν θα εχαρακτηρίζετο ως ασέβεια το γραφέν, καθ’ όσον θα διετύπωνα σχεδόν εις την γλώσσαν του Ευαγγελίου όσα λέγονται εις αυτό περί των απροσεξιών του αποστόλου Πέτρου. Εάν αντί της λέξεως «γκαφατζής» μετεχειριζόμουν την λέξιν «απρόσεκτος» ή «σφάλλων», το άρθρον δεν θα εθεωρείτο ίσως ανευλαβές από τους ευσεβείς αυτούς ανθρώπους, που δεν κυττάζουν την ουσίαν, αλλά πώς ηχούν αι λέξεις εις τα ώτα των. Έγραψα εις την δημοτικήν, και μάλιστα μεταχειρισθείς μίαν βάρβαρον λέξιν, διά να καταστήσω έντονον και ανάγλυφον εις τον αναγνώστην την αντίθεσιν μεταξύ του αλαθήτου Πάπα και του συνεχώς σφάλλοντος και παραφόρου αγίου Πέτρου, του οποίου διάδοχος και υπηρέτης παρουσιάζεται ο Πάπας. Να είναι βέβαιοι οι εν ιερά αγανακτήσει επικριταί μου ότι ο άγιος Πέτρος δεν ωργίσθη εναντίον μου, όπως αυτοί, γνωρίζων ότι απλώς ανέφερα, με κάποιαν μόνον ζωηράν διατύπωσιν, όσα αναφέρει το άγιον Ευαγγέλιον περί των σφαλμάτων του, αφού και αυτός ο Κύριος τού είπε: «Ύπαγε οπίσω μου, σατανά, σκάνδαλόν μου ει». Αλλά το Ευαγγέλιον τα γράφει εις την αρχαίαν γλώσσαν, εις την οποίαν το «ψωμί» γίνεται «άρτος», το «μαγαρίζω» γίνεται «κοινώ» κι’ ο «μπεκρής» γίνεται «οινοπότης». Έτσι και όποιος γράφει εις την απλήν γλώσσαν, από ευσεβής χριστιανός και αγωνισθείς εις όλην την ζωήν του υπέρ της Ορθοδόξου πίστεως των πατέρων μας γίνεται ασεβέστατος υβριστής, όπως έγινα εγώ μόνον και μόνον διότι δεν έγραψα εις την καθαρεύουσαν.
Αθήναι, 29 Ιανουαρίου 1964
Σας ευχαριστώ διά την δημοσίευσιν
ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
Η ανωτέρω επιστολή του Φώτη Κόντογλου είχε δημοσιευτεί στη σχετική στήλη των «Νέων», στο φύλλο που είχε κυκλοφορήσει το Σάββατο 1η Φεβρουαρίου 1964.
Ακριβώς κάτω από την επιστολή σημειώνονταν τα εξής:
Σ.Σ.: Το περί ου ο λόγος άρθρο του Φώτη Κόντογλου, που αναφέρεται στην ανωτέρω επιστολή, είναι το εξής:
«Δεν μπορώ να καταλάβω πώς τόσοι απολογητές της Ορθοδοξίας και κατήγοροι του Παπισμού ασχοληθήκανε σοβαρά με αυτό το μωρό και εξοργιστικό εφεύρημα, με το αλάθητο του Πάπα, που είναι η κορωνίδα απάνω απ’ όλες τις ανοησίες που είχε την αδιαντροπιά να διακηρύξει ο Παπισμός. Έχω την ιδέα πως μοναχά για περίπαιγμα είναι αυτά τα πράγματα, γιατί πώς είναι δυνατό να μιλήσει με σοβαρότητα ένας άνθρωπος για τέτοια παιδαριώδη πράγματα;
Λοιπόν, άπαξ αυτός ο βλογημένος Πάπας αποφάσισε να αυτοκηρυχθεί αλάθητος, δηλαδή αλάθευτος, τουλάχιστον δεν σκέφθηκε πως θάπρεπε ν’ αλλάξει και πάτρονα, κι’ αντί τον άγιο Πέτρο να βάλει αποπάνω του κάποιον άλλον απόστολο, π.χ. τον Βαρθολομαίο, που δεν ξέρουμε τι είπε και τι έκανε; Γιατί ο άγιος Πέτρος κάθε άλλο παρά αλάθευτος ήτανε. Ίσα-ίσα ήτανε ένας αδιόρθωτος γκαφατζής, που έκανε ολοένα γκάφες, απρόσεχτος και διαρκώς αμαρτάνων, τόσο που ο Χριστός τον επιτιμούσε, λέγοντάς του: Ύπαγε οπίσω μου, σατανά, σκάνδαλόν μου ει (Ματθ. ιστ’ 23), κι’ άλλη φορά πάλι, που έκανε ο Πέτρος το παληκάρι, του είπε πως θα τον απαρνηθεί πριν να φωνάξει τρίτη φορά ο πετεινός, όπως κι’ έγινε, και εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς και πάλι στην προδοσία ώρμησε κι’ έκοψε το αυτί του δούλου Μάλχου, κι’ ο Χριστός τον πρόσταξε να βάλει το μαχαίρι στο θηκάρι. Και πόσες άλλες φορές ο φουριόζος ο Πέτρος έκανε πολλά λάθη κι’ άτοπα, περισσότερα από τους άλλους μαθητές, όπως λέγει το Ευαγγέλιο.
Λοιπόν, αφού ο άγιος Πέτρος, τ’ αφεντικό, ο προϊστάμενος του Πάπα, να πούμε, έκανε όλο γκάφες, πώς είναι δυνατό ο παραγυιός του, ο υφιστάμενός του, να είναι αλάθευτος; Μη χειρότερα! Αυτός πια είναι που θα λέγει και θα κάνει ολοένα ασυλλόγιστα πράγματα, αφού ο Χριστός είπε ουκ έστι δούλος μείζων του κυρίου αυτού. Όχι ν’ ανακηρυχθεί μοναχός του κι’ αλάθευτος! Πώς έβγαλε από το στόμα του έναν τέτοιον λόγο; Αν δεν ήτανε αφιονισμένοι από το παπικό αφιόνι οι γύρω του που τον προσκυνούνε σαν τον Βάαλ, θάπρεπε, μόλις ξεστόμιζε έναν τέτοιον ηλίθιο λόγο, να τον κατεβάσουνε αμέσως από τον θρόνο.
Ε, βρε ανθρωπότητα! Κάθεσαι και συζητάς για τέτοιες βλακείες. Εμ οι δικοί μας οι προκομμένοι, που πάνε στον Πάπα να του προσφέρουνε γην και ύδωρ!» (σ.σ. με το δηκτικό αυτό σχόλιο, για τους προκομμένους της Ορθοδοξίας που προσφέρουν γη και ύδωρ στον Πάπα, ο Κόντογλου αποδοκιμάζει την ιστορική συνάντηση του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα με τον Πάπα Παύλο ΣΤ’ στην Ιερουσαλήμ, τον Ιανουάριο του 1964, συνάντηση που οδήγησε στην αμοιβαία άρση των αναθεμάτων του Σχίσματος του 1054).
Ο Φώτης Κόντογλου, ένας από τους κορυφαίους έλληνες ζωγράφους και πνευματικούς δημιουργούς του 20ού αιώνα, έφυγε από τη ζωή στις 13 Ιουλίου 1965, ημέρα Τρίτη (απεβίωσε συνεπεία ουρολοιμώξεως περί τις 4:00 μ.μ., στον «Ευαγγελισμό», όπου νοσηλευόταν από τον περασμένο Ιούνιο).
Ο Κόντογλου, το φωτισμένο αυτό πνεύμα των γραμμάτων και των τεχνών, είχε γεννηθεί στο Αϊβαλί (Κυδωνίες) της Μικράς Ασίας στις 8 Νοεμβρίου 1895.
Ενεγράφη αρχικά στη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα και ακολούθως ταξίδεψε σε πολλές χώρες της Ευρώπης.
Εκεί γνώρισε και σπούδασε τη λεγόμενη Δυτική ζωγραφική, αλλά τελικά αφιερώθηκε στη βυζαντινή τέχνη και ιδιαίτερα στην αγιογραφία, που γνώρισε σε βάθος όταν επισκέφθηκε το Άγιον Όρος, το 1923.
Ο Κόντογλου φιλοτέχνησε πολλές φορητές εικόνες, εικονογράφησε εκκλησίες της Αθήνας, που σήμερα θεωρούνται μνημεία της βυζαντινής αγιογράφησης, συντήρησε τις τοιχογραφίες του Μυστρά και εξέδωσε το βιβλίο «Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας», έργο ιστορικής σημασίας για τη διατήρηση της βυζαντινής αγιογραφίας.
Σημαντικό ρόλο στο έργο του διαδραμάτισε η θρησκεία, με τον ίδιον να επανέρχεται ξανά και ξανά στα θεμελιώδη ζητήματα της ορθοδοξίας ως συστήματος πρακτικής πίστης και λατρείας, σύμφωνα με τις μνήμες της παιδικής ηλικίας του από τις αγροτικές κοινότητες.
Το γόνιμο λογοτεχνικό και ζωγραφικό έργο του Κόντογλου αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλούς νεότερούς του καλλιτέχνες. Κοντά του μαθήτευσαν μεγάλοι έλληνες ζωγράφοι, όπως ο Τσαρούχης και ο Εγγονόπουλος.
Με το βυζαντινοπρεπές και λαϊκότροπο ύφος του, ο πραγματικά καινοτόμος Κόντογλου κατάφερε να φτιάξει νέες φόρμες, να αναπλάσει δημιουργικά στοιχεία παραδοσιακής τέχνης σε έργα κοσμικού περιεχομένου, συντελώντας καθοριστικά στη στροφή της νεοελληνικής ζωγραφικής προς την ανακάλυψη των ζωγραφικών αλλά και πνευματικών αξιών της ελληνικής παράδοσης.
Παράλληλα, ο Κόντογλου υπήρξε προικισμένος συγγραφέας, λάτρης της ελληνικής φύσης και μέγας θαλασσογράφος.
Για το σύνολο της προσφοράς του στα ελληνικά γράμματα και την τέχνη βραβεύτηκε από το κράτος και την Ακαδημία Αθηνών.
Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, ο Φώτης Κόντογλου διά χειρός του μαθητή του Ράλλη Κοψίδη (1929-2010), ζωγράφου, αγιογράφου, χαράκτη και συγγραφέα, με καταγωγή από τη Λήμνο.