Στα χρόνια της κρίσης, με την ανεργία σε δυσθεώρητα επίπεδα και τις θέσεις εργασίας (με ασφάλιση και αξιοπρεπή και στην ώρα του μισθό) να αποτελούν είδος προς εξαφάνιση, η προειδοποίηση της λαϊκής θυμοσοφίας ότι «η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη» όχι μόνο παραγκωνίστηκε, αλλά λοιδορήθηκε κιόλας ως «ρητό των τεμπέληδων», που φυσικά κανένας εργοδότης δεν θέλει στη δουλειά του.

Άπειρες ώρες δουλειάς είτε για «να μην σε απολύσουν», είτε γιατί πρέπει να κάνεις τουλάχιστον δύο ή και παραπάνω δουλειές προκειμένου να τα βγάλεις πέρα.

Μια έρευνα όμως του City University του Λονδίνου ξαναφέρνει στο προσκήνιο το απόσταγμα της εμπειρίας ζωής των προγόνων μας, που παίρνει την εκδίκησή του ακούγοντας τους ερευνητές να διαπιστώνουν ότι το κυρίαρχο μοντέλο ζωής «ζω για να δουλεύω» έχει καταστροφικές συνέπειες όχι μόνο στην υγεία και στην καριέρα του εργαζόμενου, αλλά και στην παραγωγικότητα.

Οι ερευνητές συγκεντρώνοντας δεδομένα από περίπου 52.0000 υπαλλήλους σε 38 διαφορετικές χώρες στέλνουν σαφές μήνυμα όχι μόνο στους εργαζόμενους, (που ούτως ή άλλως τα γνωρίζουν όλα αυτά αφού «τα νιώθουν στο πετσί τους»), αλλά κυρίως στους εργοδότες.

Κι αυτό γιατί η εμπειρία έχει δείξει ότι οι ενστάσεις των εργαζομένων για έλλειψη ελεύθερου ποιοτικού χρόνου για πνευματική εξέλιξη, καλύτερη οικογενειακή και κοινωνική ζωή δεν φαίνεται να συγκινεί τους εργοδότες, τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό ώστε να μειώσουν τις απαιτήσεις τους. Η μείωση όμως της παραγωγικότητας είναι κάτι που «καίει» την τσέπη τους.

Η έρευνα του City σε ένα ευρύ φάσμα κριτηρίων κατέληξε μεταξύ άλλων στο συμπέρασμα ότι χωρίς σωματική και ψυχική ξεκούραση μεταξύ των καθηκόντων τους, το άγχος και η κόπωση μπορεί να καταβάλει τους εργαζόμενους, κάτι που επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις στην παραγωγικότητα.

Είναι ενδεικτικό ότι στον πίνακα που ακολουθεί φαίνεται ότι σε χώρες που επικρατούν καλύτερες συνθήκες εργασία, με σεβασμό στην προσωπική και κοινωνική ζωή των εργαζομένων, μια ώρα δουλειάς είναι πολύ πιο παραγωγική από ότι σε χώρες που όλα αυτά δεν ισχύουν.

Πόσο παραγωγική είναι μια ώρα δουλειάς (με όρους ΑΕΠ/ώρα δουλειάς σε επιλεγμένες χώρες μέλη του ΟΟΣΑ);

Όπως φαίνεται λοιπόν στον πίνακα, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, μία ώρα εργασίας με όρους ΑΕΠ αντιστοιχεί σε μόλις 34,8 δολ. στην Ελλάδα, όταν στην Ιρλανδία αντιστοιχεί σε 95,5 δολ., στη Νορβηγία σε 77,9 δολ., στις ΗΠΑ σε 69,6 δολ. και στη Γερμανία σε 68 δολάρια.

Ας σημειωθεί επίσης ότι οι Έλληνες είναι πρωταθλητές σε ώρες εργασίας στην Ευρώπη, με τον μέσο Έλληνα να αφιερώνει στη δουλειά 2.035 ώρες τον χρόνο, όταν οι Γερμανοί εργάζονται μόλις 1.363 ώρες και οι Αμερικανοί 1.783 ώρες τον χρόνο.

Τι επηρεάζει την παραγωγικότητα

Οι παράγοντες που εξετάστηκαν από τους ερευνητές στο πλαίσιο της μελέτης περιλαμβάνουν την πρόσβαση στην κατάρτιση, την εργασιακή αβεβαιότητα, την αναγνώριση, την ικανοποίηση, την ομαδική εργασία, τη διακριτική ευχέρεια των εργαζομένων και μια μακρά λίστα άλλων κριτηρίων. Οι συγγραφείς της έκθεσης επισημαίνουν φυσικά ότι μπορεί να υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που παίζουν ρόλο.

Για παράδειγμα αναφέρουν οι αναλυτές, οι εργαζόμενοι με υψηλές επιδόσεις συνήθως έχουν την εύνοια των διευθυντών τους και αντιμετωπίζονται με περισσότερη επιείκεια. Αντίθετα, όσοι αγωνίζονται, υπόκεινται σε μεγαλύτερη πίεση για να αυξήσουν τις επιδόσεις τους, παρότι έχουν χαμηλότερες πιθανότητες να προοδεύσουν.

Όπως δηλαδή σε όλα τα πράγματα που έχουν να κάνουν με τον ανθρώπινο παράγοντα είναι πολύ διακινδυνευμένη η εξαγωγή απόλυτων συμπερασμάτων. Η πραγματικότητα δηλαδή είναι συχνά πολύ πιο πολύπλοκη από ό,τι φαίνεται, σημειώνουν οι αναλυτές.

Ωστόσο, προσθέτουν, προκειμένου να ξεπεραστεί κατά το δυνατό αυτός ο σκόπελος, τα πορίσματα της έκθεσης σταθμίστηκαν για να ληφθούν υπόψη μερικές από αυτές τις μεταβλητές και να περιοριστεί η επίδρασή τους στα συνολικά συμπεράσματα.

Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που εντοπίστηκαν ήταν η διακριτική ευχέρεια των εργαζομένων, δηλαδή η ευελιξία και η αυτονομία να επιλέξουν πότε θα ολοκληρωθεί μια εργασία.

Οι εργαζόμενοι με μεγαλύτερη διακριτική ευχέρεια αναφέρουν χαμηλότερα επίπεδα άγχους και αυξημένη ικανοποίηση από την εργασία. Αυτοί οι εργαζόμενοι τείνουν να συμμετέχουν και να δεσμεύονται περισσότερο στην εργασίας τους, σύμφωνα με την έκθεση.

Μεγαλύτερα επίπεδα διακριτικής ευχέρειας και ευελιξίας μπορούν επίσης να βοηθήσουν στην αποφυγή καταστάσεων διατάραξης της ισορροπίας εργασιακής – προσωπικής ζωής, προστίθεται, ενώ διαπιστώνεται και η σημασία που έχει για τους νεότερους εργαζόμενους το να είναι σε θέση να συνδυάσουν την εργασία και τις δεσμεύσεις στην προσωπική τους ζωή – κάτι που δεν προκαλεί έκπληξη μιας και αποτελεί τάση που επιβεβαιώνεται από πολλές μελέτες.

Η ποιότητα επηρεάζει την ποσότητα

Η έκθεση διαπίστωσε επίσης ότι τα υψηλότερα επίπεδα «ελευθερίας» των υπαλλήλων σχετίζονται με χαμηλότερο ποσοστό αναπλήρωσης των εργαζομένων, γεγονός που αποτελεί καλή είδηση για τους εργοδότες. Είναι επίσης ένας καλός δείκτης ευκαιριών επαγγελματικής εξέλιξης.

Οι αυστηρές προθεσμίες και τα ανελαστικά χρονοδιαγράμματα έχουν νόημα μόνο όταν πρόκειται για «έργα-ορόσημα». Μπορούν όμως να προσθέσουν μη παραγωγικό άγχος – ειδικά εάν η ανάγκη τήρησης μιας προθεσμίας αρχίζει να αντικαθιστά την επιθυμία για εργασία υψηλής ποιότητας. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη εκπλήρωση και σε υψηλότερα επίπεδα άγχους και δυσαρέσκειας.

Σε ένα πιο ιδανικό περιβάλλον ο εργαζόμενος θα είναι σε θέση να ολοκληρώσει μια απαιτητική υψηλών προδιαγραφών εργασία, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει υπερωρίες εργασίας, αλλά με μικρότερες επιβλαβείς επιπτώσεις στον ίδιο.

Γράψτε το σχόλιο σας