Χρειάζεται μεγάλη υπομονή για να παρακολουθήσει κανείς τις συζητήσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις διακρίσεις όταν αυτά βγαίνουν στην αρένα της καθημερινής πολιτικής και της mainstream δημοσιογραφίας στην Ελλάδα. Ίσως γιατί δεν ακολουθούν τους ορθολογικούς κανόνες συζήτησης με σκοπό την ενημέρωση αλλά περιορίζονται είτε σε παπαγαλιστί παράθεση έτοιμων speaking points που ετοιμάζουν κομματικά στελέχη για τους βουλευτές τους (που, εντάξει, ενίοτε είναι ανεκτά) είτε γιατί ο καθένας κάνει τους αυτοσχεδιασμούς του, παρουσιάζοντας προσωπικές ή μειοψηφικές απόψεις ως αξιώματα και χρησιμοποιώντας διατυπώσεις που προσβάλλουν συνανθρώπους τους. Όλο αυτό μπαίνει και σε ένα μιντιακό περιτύλιγμα προχειρότητας και παραπληροφόρησης και σερβίρεται ως μεζεδάκι για τηλεθέαση.

Αυτά έχουμε ζήσει στην επέκταση του συμφώνου συμβίωσης, τέτοια ακούγαμε και για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου. Δεν το έχουμε ζήσει βέβαια για άλλα θέματα της ευρύτερης θεματικής ομπρέλας όπως π.χ. τα δικαιώματα φυλακισμένων και προσφύγων, τα οποία καταπατώνται με αισχρό τρόπο στην χώρα μας και δεν ιδρώνει αυτί. Ίσως βέβαια αυτό να συμβαίνει επειδή αυτά τα θέματα δεν έχουν υποψία γενετήσιων λειτουργιών και χαρακτηριστικών, δεν έχουν δηλαδή τίποτα που να παραπέμπει κάπως στο σεξ, κι άρα δεν πουλάνε και δεν ερεθίζουν τόσο (τα έχει εξηγήσει αυτά, επαρκέστατα, η ψυχανάλυση).

Με αφορμή μια συζήτηση που άνοιξε, αυτή της επέκτασης της δυνατότητας αναδοχής από ζευγάρια που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, χωρίς περιορισμούς για το φύλο των γονιών, ας το πούμε καθαρά: το να διαφωνεί κάποιος με την τεκνοθεσία ή την αναδοχή από ομόφυλα ζευγάρια είναι ένα ζήτημα, το να ψευδοεπιστημολογεί, να παραπληροφορεί και να χυδαιολογεί είναι ένα άλλο, εντελώς διαφορετικό, πράγμα.

Ως κοινωνία δεν φαίνεται να τα πηγαίνουμε πολύ καλά με τον ψύχραιμο κι επί της ουσίας διάλογο αλλά θα μπορούσαν, εν πάση περιπτώσει, όσοι έχουν το προνόμιο του δημόσιου λόγου να το τιμήσουν προσεγγίζοντας το θέμα με ουσιαστικό σεβασμό και ανθρωπιά, χωρίς χαρακτηρισμούς αλλά με επιχειρήματα, χωρίς να γίνεται τσίρκο, χωρίς να καταδικάζουμε ανθρώπους, χωρίς να είναι καθημερινότητα η χυδαιότητα στα κανάλια, όπου συνήθως καλείται ο κάθε άσχετος να βγάλει πορίσματα για τις ζωές και την αξιοπρέπεια συνανθρώπων μας.

Πόσο μάλλον που το θέμα που τίθεται αυτή τη φορά αφορά παιδιά. Το ζήτημα των τεκνοθεσιών είναι πάρα πολύ σοβαρό. Η χώρα μας έχει ένα νομικό πλαίσιο που έχει αποδειχθεί, στην πράξη, προβληματικό, με αποτέλεσμα πολλοί να έχουν στραφεί σε παράνομες υιοθεσίες και πολλά παιδιά να μεγαλώνουν σε ιδρύματα, τα οποία έχουν κι αυτά πιεστεί πολύ από την οικονομική κρίση. Το θέμα λοιπόν της αναδοχής είναι από μόνο του κρίσιμο και το νομοσχέδιο αυτό θέλει μελέτη και σοβαρό σχολιασμό στο σύνολο των ρυθμίσεων που προτείνει, αν υποθέσουμε ότι υπάρχει γνήσιο ενδιαφέρον για το συμφέρον των παιδιών που θα μπορούσαν να μεγαλώνουν σε σπίτια με ανθρώπους που θα τα αγαπούν.

Αξίζει να αναρωτηθεί κανείς γιατί σε τόσες άλλες χώρες – και όχι μόνο σε κάποιες σούπερ προοδευτικές – η τεκνοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια έχει επιτραπεί και στην Ελλάδα δεν μπορούμε καν να το συζητήσουμε στοιχειωδώς ψύχραιμα. Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι στις κακές αυτές συζητήσεις συνήθως πρωταγωνιστεί κάποιος που θα αποφασίσει, από μόνος του, να διερμηνεύσει την επιθυμία, όχι απλώς των ψηφοφόρων του, αλλά ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας (με ποια νομιμοποίηση άραγε;) ανακοινώνοντας της πως «δεν είναι έτοιμη».

Σε κάθε περίπτωση, ο πιο άμεσος τρόπος να αποδείξει κάποιος ότι παίρνει ένα θέμα στα σοβαρά είναι να είναι σοβαρός κι ο ίδιος. Να μελετήσει, να ακούσει. Οτιδήποτε άλλο είναι κοροιδία, απρέπεια και τσαπατσουλιά κι όταν αυτός ο λόγος αφορά παιδιά η κοινωνία το υποψιάζεται, κι ας την υποτιμούν λέγοντας της πως δεν ακούει και προβληματίζεται.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο