Επιχείρηση αυτοκάθαρσης στη Δικαιοσύνη με την εξάρθρωση του παραδικαστικού κυκλώματος
Η «ομερτά» που καλύπτει το παραδικαστικό κύκλωμα σπάει έπειτα από καταγγελίες που οδηγούν στη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης. Περισσότεροι από 50 δικαστικοί προφυλακίζονται, ή παύονται από το Σώμα. Για να μην υπάρξουν νέα κρούσματα προωθούνται σειρά μεταθέσεων καθώς και νομοθετικές ρυθμίσεις.
Η υπόθεση του παραδικαστικού κυκλώματος, που συγκλόνισε τη χώρα, αρχίζει με τη διενέργεια ποινικής προκαταρκτικής εξέτασης που διατάσσει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δ.Λινός, μετά τις καταγγελίες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας και αφορούν δικαστικούς, οι οποίοι προκαθορίζουν τα αποτελέσματα δικών και φροντίζουν την αποφυλάκιση κρατουμένων έναντι «αμοιβής».
Την υπόθεση κάθαρσης αναλαμβάνουν οι εφέτες ειδικοί ανακριτές Γ.Σίδερης και Γ.Φιοράκης, ο εισαγγελέας Εφετών Κ.Καρούτσος και ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γ.Σανιδάς. Πιάνουν το νήμα από τον αρχιμανδρίτη Ι.Γιοσάκη, ο οποίος κατηγορείται ότι δωροδόκησε δικαστικούς για να επιτύχει ευνοϊκές αποφάσεις υπέρ κατηγορουμένων, και ξετυλίγουν το κουβάρι.
Σταδιακά αποκαλύπτεται ότι στο κύκλωμα πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιζαν υψηλόβαθμοι δικαστές και σημαντικοί δικηγόροι. Το νήμα φθάνει μέχρι τον αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου και πρόεδρο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Αχ.Ζήση. Κατηγορείται για παράβαση καθήκοντος και παράβαση του νόμου περί «πόθεν έσχες». Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου αποφασίζει να τον θέσει σε προσωρινή αργία, ενώ εκκρεμεί η απόφαση του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου για την οριστική απόλυσή του από το Σώμα.
Στην «κορυφή του παγόβουνου», όμως, εμφανίζεται ο πρόεδρος πρωτοδικών Ευ.Καλούσης. Στο ογκώδες κατηγορητήριο αναφέρεται ότι μαζί με τους δικηγόρους Σ.Κεχαγιόγλου, Γ.Νικολακόπουλο, συγκρότησε συμμορία με σκοπό να τελέσει τα κακουργήματα της κατάχρησης εξουσίας, νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και δωροληψία, ενώ αντιμετωπίζει κατηγορίες και για διευκόλυνση προώθησης αλλοδαπών γυναικών. Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αποφασίζει την οριστική του απόλυση και προφυλακίζεται.
Ακόμη, υπό κράτηση για τις κατηγορίες του ξεπλύματος μαύρου χρήματος και δωροληψία τελεί ο πρώην πρόεδρος πρωτοδικών Λ.Στάθης, ενώ με απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου οριστικά απολύονται οι: Αντεισαγγελέας Εφετών Ν.Αθανασόπουλος και Πρωτοδίκες Ασπ.Μπαστά, Π.Τσέβη, και Αν.Κοροβέση, που εμπλέκονται στις υποθέσεις του αρχιμανδρίτη Γιοσάκη, καθώς και η Πρωτοδίκης Αντ.Ηλία, η οποία κατηγορείται για ξέπλυμα μαύρου χρήματος, δωροληψία, απάτη κατ επάγγελμα, σύσταση και συμμορία, παράβαση καθήκοντος. Εις βάρος της εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης, καθώς διαφεύγει στο εξωτερικό.
Στην υπόθεση του παραδικαστικού εμπλέκεται -μεταξύ άλλων- και η πρώην πρωτοδίκης Κ.Μπουρμπούλια, η οποία έχει καταδικασθεί για τους χειρισμούς της στην ανάκριση για την υπόθεση του Χρηματιστηρίου, και βαρύνεται με το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας. Εις βάρος της εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης, καθώς και εκείνη διαφεύγει στο εξωτερικό.
Επιπλέον, για δωροδοκία και ξέπλυμα μαύρου χρήματος κατηγορείται ο βουλευτής και πρώην δικηγόρος Πέτρος Μαντούβαλος. Ο βουλευτής παραιτείται από την ΚΟ της ΝΔ, λίγο πριν ο Δ.Λινός ζητήσει την άρση της ασυλίας του, αίτημα που ικανοποιείται από την Ολομέλεια της Βουλής, μετά από έκκληση του ίδιου του Π.Μαντούβαλου.
Όσον αφορά στο δικηγόρο Σ.Κεχαγιόγλου σχηματίζονται εις βάρος του δύο κατηγορητήρια, ένα σε σχέση με τον Ευ.Καλούση και το άλλο για υποθέσεις με την Αντ.Ηλία, που περιλαμβάνουν αδικήματα όπως σύσταση και συμμορία, δωροδοκία, ξέπλυμα βρώμικου χρήματος.
Εν τω μεταξύ, προκειμένου να μην υπάρξουν παρόμοια κρούσματα, προωθείται σειρά μεταθέσεων δικαστικών, που προκαλεί αντιδράσεις μεταξύ δικαστών και εισαγγελέων.
Ωστόσο, ο υπουργός Δικαιοσύνης Αν.Παπαληγούρας δηλώνει -απηχώντας και τη θέση του πρωθυπουργού- ότι το μαχαίρι θα μπει στο κόκαλο και η κάθαρση στη Δικαιοσύνη θα ολοκληρωθεί. Προωθεί στη Βουλή τρεις νομοθετικές ρυθμίσεις: Για την επιτάχυνση της Δικαιοσύνης, για το αυτοδιοίκητο της Δικαιοσύνης και για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος. Αφού ψηφίζεται το τελευταίο νομοσχέδιο, διαπιστώνεται ότι αφήνει ανοιχτό παράθυρο που μπορούσε να επιφέρει ακόμη και παραγραφή των κακουργημάτων των εμπλεκομένων στο παραδικαστικό κύκλωμα. Το επίμαχο άρθρο 3 επαναδιατυπώνεται για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα.