Με την πτώση της δικτατορίας παρατηρείται έξαρση της ελεύθερης, πλέον, παραγωγής ταινιών πολιτικού περιεχομένου, ενώ υποχωρεί αισθητά η εμπορική παραγωγή. Ο Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος φαίνεται να επικρατεί, αλλά το ευρύ κοινό δεν ανταποκρίνεται στις δημιουργίες των σκηνοθετών, που καταθέτουν τους προσωπικούς (ή και όχι μόνο) προβληματισμούς. Οι θεατές του Παλιού Ελληνικού Κινηματογράφου προτιμούν τώρα την τηλεόραση. Οι νέες συνθήκες οδηγούν τους σκηνοθέτες σε σύγκρουση με το κράτος, ήδη από την πρώτη χρονιά της μεταπολίτευσης.
Με την πτώση της δικτατορίας παρατηρείται έξαρση της ελεύθερης, πλέον, παραγωγής ταινιών πολιτικού περιεχομένου, ενώ υποχωρεί αισθητά η εμπορική παραγωγή. Ο Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος φαίνεται να επικρατεί, αλλά το ευρύ κοινό δεν ανταποκρίνεται στις δημιουργίες των σκηνοθετών, που καταθέτουν τους προσωπικούς (ή και όχι μόνο) προβληματισμούς και τα οράματά τους. Οι θεατές του Παλιού Ελληνικού Κινηματογράφου προτιμούν τώρα την τηλεόραση, όπου προβάλλονται πιο εύπεπτα προϊόντα, και το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης δεν αποτελεί επαρκή διαφήμιση για τις ποιοτικότερες ταινίες, με αποτέλεσμα τα έσοδα από την προβολή τους να μην καλύπτουν ούτε το κόστος παραγωγής τους.
Οι συνθήκες αυτές οδηγούν τους σκηνοθέτες σε ευθεία σύγκρουση με το κράτος, ήδη από την πρώτη χρονιά της μεταπολίτευσης. Το Φεστιβάλ του 1974 καταγράφεται στην ιστορία ως το πιο επεισοδιακό, καθώς σκηνοθέτες και εξώστης β, εκδηλώνοντας την οργή τους για τις καταπιεστικές συνθήκες της επταετίας, ζητούν ριζικές αλλαγές στη λειτουργία του Φεστιβάλ, στις κριτικές επιτροπές, στα βραβεία και στο νομικό πλαίσιο για τον κινηματογράφο. Ενδεικτικό του κλίματος είναι, πάντως, ότι αν και αυτήν την χρονιά οι αποφάσεις για τις ταινίες που αξίζουν διάκρισης είναι αισθητά δικαιότερες και έχουν ληφθεί από καταξιωμένα πρόσωπα, οι σκηνοθέτες αρνούνται να παραλάβουν τα βραβεία κατά την τελετή της απονομής. Την επομένη πάντως ανακαλούν, πιθανότατα για να μην χάσουν το χρηματικό ποσό που τα συνοδεύει.
Τα θέματα των περισσότερων ταινιών που γυρίζονται έχουν ιδιαίτερα πολιτικοποιημένο «χρώμα», για παράδειγμα Το Μοντέλο (Κ.Σφήκας), μια πρωτοποριακή στην φόρμα της ταινία που αναφέρεται στο καπιταλιστικό μοντέλο παραγωγής, Τα Μέγαρα (Σ.Μανιάτης, Γ.Τσεμπερόπουλος), Γαζώρος Σερρών (Τ.Χατζόπουλος), που περιγράφουν την αντίθεση του μεγάλου κεφαλαίου με τους μικροϊδιοκτήτες και τους αγρότες, Δι ασήμαντον αφορμή (Τ.Ψαρράς), σχετικά με την κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος, Δίκη των δικαστών (Π.Γλυκοφρύδης), Τα τραγούδια της φωτιάς (Ν.Κούνδουρος), Αττίλας 74 (Μ.Κακογιάννης), Έτσι προδόθηκε η Κύπρος (Γ.Φιλής), με παραλληλισμούς, ή και ευθείες αναφορές στη δικτατορία και την κυπριακή τραγωδία.
Στο Φεστιβάλ του 1975 οι θεατές διεκδικούν και επιτυγχάνουν φθηνότερα εισητήρια. Παράλληλα, θεσπίζονται τρια ισότιμα βραβεία για τις μεγάλου μήκους ταινίες και τέσσερα ισότιμα για τις μικρού μήκους, ενώ διατηρούνται οι υπόλοιπες διακρίσεις. Αυτήν την χρονιά η δουλειά της κριτικής επιροπής γίνεται πιο εύκολη, εξαιτίας της καταλυτικής παρουσίας του Θιάσου του Θ.Αγγελόπουλου. Η υπόλοιπη παραγωγή περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα δημιουργιών από την άμεση πολιτική στράτευση έως τους ακραίους πειραματισμούς. Προβάλονται ταινίες – αρχειακά ντοκουμέντα για τους λαϊκούς αγώνες (Ο Αγώνας, της «ομάδας των έξι», Ο Νέος Παρθενώνας, της «ομάδας των τεσσάρων» κλπ.), πρωτοποριακές ταινίες φτιαγμένες στην τρικέζα (Βιο-γραφία του Θ.Ρετζή, Μητροπόλεις του Κ.Σφήκα), αλλά και ταινίες εθνογραφικού περιεχομένου (Μάνη του Σ.Μανιάτη, Καραγκιόζης της Λ.Βουδούρη, Πολεμόντας του Δ.Μαυρίκιου).
Η πιο φτωχή χρονιά, αναφορικά με την παραγωγή ταινιών, είναι το 1976, με περίπου 15 δημιουργίες, όταν άλλες χρονιές έφθαναν τις 50. Στο επίκεντρο βρίσκεται το Χάππυ Νταίη του Π.Βούλγαρη, που κερδίζει την αναγνωριση τόσο στο Φεστιβάλ, όσο και στα ταμεία.
Η ρήξη με την πολιτεία επισημοποιείται το 1977, με την πραγματοποίηση του Αντιφεστιβάλ, λόγω των νέων κανονισμών για την οργανωτική επιροπή και τα βραβεία που θεσπίζει το υπουργείο Βιομηχανίας, χωρίς να λάβει υπόψη τις απόψεις των κινηματογραφικών σωματείων. Στο 18ο Φεστιβάλ προβλήθηκαν ταινίες σχεδόν χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των δημιουργών (Ιφιγένεια του Μ.Κακογιάννη, Ηλιογραφία του Δ.Δημογεροντάκη), ενώ στο Αντιφεστιβάλ την παράσταση κλέβει εκ νέου ο Θ.Αγγελόπουλος με τους Κυνηγούς, αν και εκτός συναγωνισμού, όπως και ο Ν.Κούνδουρος με το Vortex (ή Το πρόσωπο της Μέδουσας). Εν τω μεταξύ, αρχίζουν να κάνουν την εμφάνιση τους ταινίες με στόχο τον προβληματισμό γύρω από κοινωνικά θέματα, όπως η Παιδεία (Γ.Τυπάλδος), Οι γυναίκες σήμερα (Π.Αλκουλή), Ο αγώνας των τυφλών (Μ.Παπαλιού).
Το 1978 κάτι αρχίζει να αλλάζει. Οι σκηνοθέτες, μη έχοντας κερδίσει κάτι από το κράτος, αναζητούν την επιβίωσή τους μέσω της εμπορικότητας. Στρέφονται σε συνεργασίες με τους «παραδοσιακούς» παραγωγούς και τους ηθοποιούς – «σταρ» της τηλεόρασης ή του Παλιού Ελληνικού Κινηματογράφου, και προσπαθούν με πιο κατανοητά σενάρια να συνδυάσουν τον «ποιοτικό» με τον «λαϊκό» κινηματογράφο, αποβλέποντας σε μια καλύτερη πορεία των ταινιών τους στα ταμεία. Επιτυχημένα δείγματα γραφής αποτελούν οι ταινίες Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας (Ν.Παναγιωτόπουλος) και Ένα γελαστό απόγευμα (Ανδ.Θωμόπουλος).
Καθώς, όμως, η καλή πορεία μιας ταινίας στα ταμεία εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από την διαφήμιση, οι σκηνοθέτες εκτιμούν ότι οι κριτικοί κινηματογράφου δε συμβάλουν θετικά στο νέο εγχείρημα. Έτσι, τους κατηγορούν γενικά για την κακοδαιμονία της ελληνικής κινηματογραφίας, με αποκορύφωση ένα κείμενο που δημοσιεύεται στη διάρκεια του Φεστιβάλ το 1979, στο οποίο οι κριτικοί χαρακτηρίζονται «προκρούστες του ελληνικού κινηματογράφου».
Πάντως, η επόμενη δεκαετία αρχίζει με τους καλύτερους οιωνούς: Η ταινία Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο (Ν.Τζήμας) κόβει διπλάσια εισητήρια από την Πονηρό θηλυκό κατεργάρα γυναίκα, με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, ενώ στο Φεστιβάλ προβάλλονται ακόμη ο Μεγαλέξαντρος (Θ.Αγγελόπουλος) και η Παραγγελιά (Π.Τάσιος). Επιπλέον, πρόκειται για την τελευταία χρονιά, που το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης διεξάγεται με ευθύνη του υπουργείου Βιομηχανίας, το οποίο, όμως, σε μια σπασμωδική κίνηση αποφασίζει να τήρησει αυστηρά τις προθεσμίες υποβολής των ταινιών, με αποτέλεσμα ορισμένοι σκηνοθέτες να μην προλάβουν τις ημερομηνίες. Οι δημιουργοί υπογράφουν πρωτόκολλο τιμής ότι δεν θα συμμετάσχουν στο Φεστιβάλ, ωστόσο χάριν της σωτηρίας του οι περισσότεροι ανακαλούν την τελευταία στιγμή.
Το 1981 το υπουργείο Πολιτισμού συντάσσει νέο κανονισμό για το Φεστιβάλ, που όμως δεν διαφοροποιείται σημαντικά από τον μέχρι τότε ισχύοντα. Όσον αφορά στα θέματα των ταινιών, οι κοινωνικές αναφορές κερδίζουν ακόμη περισσότερο έδαφος. Για παράδειγμα Οι δρόμοι της αγάπης είναι νυχτερινοί (Φρ.Λιάππα), Οι απέναντι (Γ.Πανουσόπουλος) που εξετάζουν τις ανθρώπινες σχέσεις, Πετροχημικά, οι καθεδρικές της ερήμου (Στ.Κατσαρός, Γ.Σηφιανός), που προβάλλει οικολογικές ανησυχίες, αλλά και Το εργοστάσιο (Τ.Ψαρράς) που περιγράφει με χιούμορ την πίεση για εκσυγχρονισμό της ελληνικής βιοτεχνίας. Δεν λείπουν, πάντως, οι πειραματισμοί (Ηλεκτρικός Αγγελος του Θ.Ρετζή), αλλά και πολιτικές ταινίες (Η δίκη της Χούντας του Θ.Θεοδοσόπουλου).