Αυστηρή κριτική της Κομισιόν προς την Ελλάδα για δημόσιο χρέος και μεταρρυθμίσεις
Αυστηρή κριτική για το υψηλό δημόσιο χρέος και για την εκπλήρωση των στόχων της Λισαβόνας ασκεί στην Ελλάδα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην έκθεση απολογισμού των χωρών της ΕΕ ως προς τις κατευθυντήριες γραμμές της οικονομικής πολιτικής του 2002.
H Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών που σε γενικές γραμμές θεωρούνται ότι κατέχουν μία «ενδιάμεση» θέση σε ό,τι αφορά την εφαρμογή των γενικών προσανατολισμών των οικονομικών πολιτικών για το 2002, όπως αναφέρεται στο κεφάλαιο που αφορά στην Ελλάδα της σχετικής έκθεσης την οποία υιοθέτησε την Τρίτη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Ειδικότερα, υπογραμμίζεται ότι έχει σημειωθεί πρόοδος στον τομέα των δημόσιων οικονομικών, ενώ χαρακτηρίζεται περιορισμένη η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, η οποία, όπως επισημαίνεται, είναι αβέβαιο εάν θα είναι επαρκής για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που θα προκύψουν μεσοπρόθεσμα. Στην ανακοίνωση αναγνωρίζονται ακόμη ότι έχουν ληφθεί μέτρα, που όμως χαρακτηρίζονται ανεπαρκή, για τον έλεγχο των πληθωριστικών πιέσεων και των πρωτογενών δαπανών καθώς και για την εξασφάλιση σταθερούς μείωσης του δημόσιου χρέους.
Σε ό,τι αφορά την εφαρμογή των συστάσεων της Επιτροπής για την αγορά εργασίας, αναγνωρίζεται ότι έχει επιτευχθεί πρόοδος κυρίως στα συστήματα επαγγελματικής κατάρτισης και εκπαίδευσης για τη βελτίωση των προσόντων του εργατικού δυναμικού ως απάντηση στις ανάγκες της αγοράς.
Αναγνωρίζονται επίσης τα μέτρα που έχουν ληφθεί για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, ώστε να ενθαρρυνθούν οι πιο ηλικιωμένοι εργαζόμενοι να παραμείνουν στην αγορά εργασίας και τα κίνητρα που έχουν δοθεί στην προώθηση της εργασίας μέσω των φορολογικών μεταρρυθμίσεων για τις κρατήσεις και τις παροχές. Σύμφωνα όμως με την Επιτροπή, τα μέτρα αυτά δεν είναι ακόμη επαρκή.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ακόμη ότι έχει επιτευχθεί πρόοδος στις αγορές προϊόντων, την επιχειρηματικότητα και την οικονομία της γνώσης. Οι προσπάθειες για τη μετάβαση στην οικονομία της γνώσης και τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος χαρακτηρίζονται «σχετικά ικανοποιητικές», ενώ επισημαίνεται μικρότερη πρόοδος στο άνοιγμα της αγοράς ενέργειας και τονίζεται ότι ο ρυθμός ενσωμάτωσης στην εθνική νομοθεσία των σχετικών με την ενιαία αγορά κοινοτικών οδηγιών παρέμεινε αμετάβλητος.
Εξάλλου, σύμφωνα με τον πίνακα των δημοσιονομικών επιδόσεων των «15» για το 2002, προκύπτει ότι η Ελλάδα παρουσίασε απόκλιση 2,1% του ΑΕΠ στο δημόσιο έλλειμμα σε σχέση με τους στόχους του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Οι αρχικές εκτιμήσεις του Προγράμματος παρουσίασαν δημοσιονομικό πλεόνασμα 0,8% για το τέλος του 2002, το οποίο μετά την αναθεώρηση που έγινε, σε συνεργασία με την Eurostat, για τον καθορισμό των βασικών οικονομικών μεγεθών, μετατράπηκε σε έλλειμμα 1,3%.
Η δημοσιονομική αυτή απόκλιση είναι η δεύτερη μεγαλύτερη στην ΕΕ μετά το Λουξεμβούργο (-2,3%). Παράλληλα, όμως η Ελλάδα εμφάνισε στο τέλος του 2002 από τις μικρότερες αποκλίσεις σε σχέση με τις εκτιμήσεις του Προγράμματος Σταθερότητας σε ό,τι αφορά τους ρυθμούς ανάπτυξης. Η απόκλιση για τους ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας ήταν 0,3% (από 3,8% σε 3,5%).
Στην έκθεση επισημαίνεται ακόμη ότι το 2002 στην Ελλάδα η ονομαστική αύξηση των μισθών ήταν 6,5% σε σχέση με το 2001, η οποία είναι από τις υψηλότερες στην ΕΕ. Στους «15» η ονομαστική αύξηση των μισθών ήταν 3,1% και στην ευρωζώνη 2,9%. Η Ελλάδα εμφανίζει ακόμη μεταξύ των εταίρων την υψηλότερη πραγματική αύξηση των μισθών το 2002 σε σχέση με το 2001 με 3,1%. Στους «15» η αύξηση ήταν 0,8% και στην ευρωζώνη 0,7%.
Τέλος, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 3,1% το 2002 σε σχέση με το 2001. Πρόκειται για την υψηλότερη αύξηση στην ΕΕ, όπου η αύξηση ήταν 0,6% και στην ευρωζώνη 0,4%.