Αβέβαιες οι προοπτικές για την απασχόληση στην ΕΕ, σύμφωνα με πόρισμα της Κομισιόν
Αβέβαιες εμφανίζονται οι προοπτικές για την απασχόληση στην ΕΕ, σύμφωνα με έκθεση που δημοσιοποίησε την Παρασκευή η Κομισιόν. Πάντως, σημειώνεται ότι η ΕΕ είναι καλύτερα προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει την κατάσταση, συγκριτικά με το παρελθόν.
Αβέβαιες εμφανίζονται οι προοπτικές για την απασχόληση στην ΕΕ, σύμφωνα με έκθεση που δημοσιοποίησε την Παρασκευή η Κομισιόν για το έτος 2002. Ωστόσο, σημειώνεται ότι η ΕΕ είναι καλύτερα προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει την κατάσταση, συγκριτικά με το παρελθόν.
Στην έκθεση, που δημοσιεύθηκε μετά από πρωτοβουλία της ελληνίδας επιτρόπου, Αννας Διαμαντοπούλου, εξετάζονται τα βασικά στοιχεία της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας, και αναλύονται οι ανισορροπίες που εξακολουθούν να υπάρχουν, κυρίως μεταξύ ανδρών και γυναικών, καθώς και μεταξύ περιφερειών.
Σύμφωνα με το πόρισμα προκύπτει ότι μετά από τα καλά αποτελέσματα, όσον αφορά στην απασχόληση μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1990, οι σημερινές προοπτικές της οικονομίας και της απασχόλησης στην ΕΕ είναι αβέβαιες. Ωστόσο, σε σύγκριση με τις προηγούμενες περιόδους οικονομικής επιβράδυνσης η ΕΕ είναι σήμερα καλύτερα προετοιμασμένη για να αντιμετωπίσει την κατάσταση.
Ειδικότερα, το 2001, ενώ η οικονομική ανάπτυξη μειώθηκε στο 1,6% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο (από 3,4% το 2000), η απασχόληση στην ΕΕ εξακολούθησε να αυξάνεται κατά 1,2% (περισσότερες από δύο εκατομμύρια θέσεις εργασίας) έναντι 1,8% το 2000. Επίσης, η οικονομική επιβράδυνση έπληξε κυρίως το βιομηχανικό τομέα, ενώ οι υπηρεσίες εξακολούθησαν να δημιουργούν νέες θέσεις απασχόλησης, αλλά με βραδύτερο ρυθμό.
Το ποσοστό απασχόλησης στην ΕΕ έφθασε το 63,9% το 2001, ξεπερνώντας το 63,2% του 2000. Στόχο αποτελεί να φθάσει το 67% το 2005 και το 70% το 2010.
Επιπλέον, προκύπτει ότι, όπως και τα προηγούμενα έτη, η ανάπτυξη της απασχόλησης ήταν εντονότερη όσον αφορά στις γυναίκες. Πάνω από το 60% όλων των θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν στην ΕΕ (1,3 εκατομμύρια θέσεις εργασίας) καλύφθηκαν από γυναίκες, με αποτέλεσμα το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών να αυξηθεί από 54% το 2000, σε 54,9% το 2001. Η διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά στα ποσοστά απασχόλησης μειώθηκε ελαφρά, αλλά εξακολουθούσε να κυμαίνεται στο 18% το 2001.
Παράλληλα, η αύξηση της απασχόλησης ήταν μεγαλύτερη για τις θέσεις πλήρους απασχόλησης από ότι μερικής απασχόλησης. Οι θέσεις πλήρους απασχόλησης είναι περίπου το 75% του καθαρού αριθμού των θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν το 2001, έναντι 70% το 2000.
Αντίθετα, η δημιουργία θέσεων απασχόλησης για άτομα μεγαλύτερης ηλικίας (55-64 ετών) ήταν λιγότερο ευνοϊκή στα περισσότερα κράτη – μέλη. Εξαίρεση αποτελεί η Φινλανδία, όπου το ποσοστό απασχόλησης των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας εξακολουθεί να αυξάνεται σημαντικά, φθάνοντας το 45,7% το 2001 (42% το 2000 και 39% το 1999). Σε επίπεδο ΕΕ το ποσοστό απασχόλησης των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας ήταν 38,5% το 2001, έναντι 37,8% το 2000, ενώ στόχο αποτελεί το 50% για το 2010.
Σχολιάζοντας την έκθεση η Αννα Διαμαντοπούλου δήλωσε ότι «η νέα διευρυμένη Ευρώπη με υψηλό ποσοστό απασχόλησης και σημαντική ανάπτυξη είναι ένας ρεαλιστικός και εφικτός στόχος», προσέθεσε ωστόσο ότι «δεν επιτρέπεται κανένας εφησυχασμός. Εάν δεν αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά τις διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, και αν δεν επενδύσουμε στο ανθρώπινο κεφάλαιο, στις ευαίσθητες περιφέρειες και στους ανειδίκευτους εργαζόμενους, γυναίκες και μεγαλύτερης ηλικίας εργαζομένους, υπάρχει κίνδυνος να μην επιτύχουμε τους στόχους της Λισαβόνας όσον αφορά στην απασχόληση».
Η ελευθερία (αίσθημα αυτονομίας) ενισχύει την ευτυχία σε όλο τον κόσμο, αλλά μια εκτεταμένη διεθνής μελέτη δείχνει ότι προσφέρει ακόμη μεγαλύτερη χαρά σε πλουσιότερες χώρες,