Το “Supernatural” είναι από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα “κατασκευασμένου” δίσκου. Ως κυκλοφορία που εγκαινιάζει τη συνεργασία του Carlos Santana με τη δισκογραφική ετικέτα Arista, “όφειλε” να είναι ένα άλμπουμ πολύ επιτυχημένο, πάση θυσία. Ε, λοιπόν, σας διαβεβαιώνουμε ότι δεν έγινε καμιά τσιγκουνιά στις “θυσίες”! Μια πρώτη, δοκιμασμένη συνταγή που εφαρμόστηκε κατά κόρον είναι οι “φιλικές […]
Το “Supernatural” είναι από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα “κατασκευασμένου” δίσκου. Ως κυκλοφορία που εγκαινιάζει τη συνεργασία του Carlos Santana με τη δισκογραφική ετικέτα Arista, “όφειλε” να είναι ένα άλμπουμ πολύ επιτυχημένο, πάση θυσία. Ε, λοιπόν, σας διαβεβαιώνουμε ότι δεν έγινε καμιά τσιγκουνιά στις “θυσίες”! Μια πρώτη, δοκιμασμένη συνταγή που εφαρμόστηκε κατά κόρον είναι οι “φιλικές συμμετοχές”: Clive Davis, Eric Clapton, Dust Brothers, Lauryn Hill, Wyclef Jean, Dave Matthews, Everlast, Rob Thomas, KC Porter, Eagle Eye Cherry είναι μερικά μόνο από τα ονόματα που συνεισφέρουν το ταλέντο και την υπογραφή τους σε θέματα ερμηνείας, τραγουδοποιίας και παραγωγής. Κατά δεύτερο λόγο, είναι ολοφάνερη η προσπάθεια που έχει καταβληθεί ώστε το μουσικό ύφος σε άλλα σημεία να επιβεβαιώνει ότι καλά κρατούν οι ένδοξες μέρες της latin jazz, των αφροκουβανέζικων ρυθμών και των blues, που αναγόρευσαν το μεξικανικής καταγωγής κιθαρίστα σε αστέρα πρώτου μεγέθους κατά τη δεκαετία του ’70, και σε άλλα σημεία να προβάλλει μια πιο φρέσκια ταυτότητα, εξοικειωμένη με νεότερα ρεύματα όπως το hip-hop, η electronica και η εναλλακτική σκηνή του κιθαριστικού rock. Αυτό έγινε με απώτερο σκοπό το άλμπουμ να είναι ελκυστικό σε ένα σύνολο ακροατών μεγιστοποιημένο τόσο με γνώμονα την ηλικία (ξεκινά από τους παλιούς οπαδούς της εποχής του Fillmore West και του Woodstock και φτάνει μέχρι τους σημερινούς πιτσιρικάδες) όσο και με τη φυλετική προέλευση (απευθύνεται σε λευκούς, σε μαύρους των γκέτο, σε Μεξικανούς). Ωστόσο, το γεγονός ότι το “Supernatural” αποδεικνύεται “κατασκευασμένο”, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι και αδιάφορο. Το αντίθετο, μάλιστα: το διάλειμμα των επτά χρόνων, που μεσολάβησαν από την κυκλοφορία του “Milagro”, του προηγούμενου προσωπικού LP του Santana, φαίνεται πως ήταν αρκετό για να αναζωογονήσει τα μουσικά ένστικτα του 53άχρονου πλέον βετεράνου, με αποτέλεσμα μια δουλειά αξιοπρεπή, ευφάνταστη και συνεπή στη διόλου ευκαταφρόνητη μέχρι σήμερα ιστορία του. Τώρα, αν τυχόν σε κάποια σημεία ενοχληθείτε από την έλλειψη συγκεκριμένης αισθητικής κατεύθυνσης, από μια ροπή προς ελάχιστα απαραίτητες επιδείξεις ερμηνευτικής δεξιοτεχνίας ή από κάποια τάση ωραιοποίησης ή και κολακείας από την παραγωγή, ε, δείξτε κατανόηση για τις αναγκαίες “θυσίες”. Αν πάλι είστε από κείνους που δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους, τι καλύτερο από μια προσεκτική επανάληψη του αξεπέραστου “Abraxas” (1970);
Η Γεωργία Νταγάκη μας προσκαλεί την Παρασκευή 24 Απριλίου σε ένα μουσικό ταξίδι που συμπυκνώνει 20 χρόνια δημιουργικής πορείας, αναζήτησης και εξέλιξης.