Ο όρος βιωσιμότητα και όλα όσα περικλείει, ακούγονται καθημερινά από τα ΜΜΕ ως μονόδρομο εφόσον επιθυμούμε δια ημάς και για τις μελλοντικές γενιές ένα ανθρώπινο Αύριο. Στο πλαίσιο αυτό, σε αυτό το άρθρο θα μιλήσουμε για τη βιώσιμη κατανάλωση.
Τι ακριβώς είναι αυτό; Ο πιο καθιερωμένος και ευρέως χρησιμοποιούμενος ορισμός προέρχεται από τον United Nations Environment Programme και υιοθετείται και από τον ΟΗΕ συνολικά:
«Η βιώσιμη (ή υπεύθυνη) κατανάλωση και παραγωγή αναφέρεται στη χρήση υπηρεσιών και συναφών προϊόντων που ανταποκρίνονται στις βασικές ανάγκες και βελτιώνουν την ποιότητα ζωής, ενώ ταυτόχρονα ελαχιστοποιούν τη χρήση φυσικών πόρων, τις τοξικές ουσίες και τις εκπομπές αποβλήτων και ρύπων σε όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους, ώστε να μην τίθενται σε κίνδυνο οι ανάγκες των μελλοντικών γενεών.»
Σε έναν κόσμο που παράγει περισσότερο πλούτο και περισσότερα αγαθά από ποτέ, ζούμε το παράλογο εκατομμύρια άνθρωποι να εξακολουθούν να στερούνται βασικά δικαιώματα: ποιοτική τροφή, καθαρό νερό, αξιοπρεπή στέγη και πρόσβαση στην υγεία.
Την ίδια στιγμή, η υπερκατανάλωση εξαντλεί όπως είναι επόμενο φυσικούς πόρους, αυξάνει τα απόβλητα και επιβαρύνει δραματικά το περιβάλλον. Μέσα σε αυτή την αντίφαση, η «Υπεύθυνη Κατανάλωση» αναδεικνύεται ως αναγκαία κοινωνική και πολιτική στάση ζωής.
Ο ΟΗΕ, μέσα από τον 12ο Στόχο Βιώσιμης Ανάπτυξης, μας καλεί όλους, κράτη, επιχειρήσεις και πολίτες να υιοθετήσουμε πιο βιώσιμα πρότυπα παραγωγής και κατανάλωσης, με στόχο τη μείωση της σπατάλης πόρων και αποβλήτων. Όπως επισημαίνει το Περιβαλλοντικό Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών (UNEP), η μη βιώσιμη κατανάλωση βρίσκεται στον πυρήνα της «τριπλής πλανητικής κρίσης»: της κλιματικής αλλαγής, της απώλειας βιοποικιλότητας και της ρύπανσης.
Η υπεύθυνη κατανάλωση δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να στερηθούμε κάτι, ούτε καν να απορρίψουμε -σε μια ηθική βάση- την άνεση που μας προσφέρει ο σύγχρονος τρόπος ζωής. Σημαίνει να καταναλώνουμε με επίγνωση: να αγοράζουμε ό,τι πραγματικά χρειαζόμαστε, να αξιοποιούμε καλύτερα τους πόρους, να επαναχρησιμοποιούμε, να επισκευάζουμε και να περιορίζουμε τη σπατάλη. Είναι, ουσιαστικά, μια αλλαγή νοοτροπίας, ένα διαφορετικό mindset, από τη λογική του «αγοράζω αλόγιστα και πετάω» στη λογική της υπευθυνότητας και της κοινωνικής ενσυνειδητότητας.
Η πιο χαρακτηριστική μορφή άσκοπης κατανάλωσης είναι ίσως η σπατάλη τροφίμων, που βιώνουμε καθημερινά τόσο στα νοικοκυριά, όσο και στις κοινωνικές εξόδους μας. Σύμφωνα με διεθνείς μελέτες, τεράστιες ποσότητες φαγητού καταλήγουν καθημερινά στα σκουπίδια, την ώρα που εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν επισιτιστική ανασφάλεια.
Πρόσφατη έρευνα στις ΗΠΑ έδειξε ότι οι καταναλωτές πετούν μεγάλες ποσότητες απολύτως ασφαλών τροφίμων επειδή παρερμηνεύουν τις ημερομηνίες λήξης ή συνηθέστερα αγοράζουν περισσότερα προϊόντα από όσα χρειάζονται.
Το φαινόμενο αυτό δεν αφορά μόνο το οικονομικό κόστος καθώς επιβαρύνει και το περιβάλλον, αναλογιζόμενοι ότι για κάθε τρόφιμο που πετιέται έχουν ήδη καταναλωθεί νερό, ενέργεια, καύσιμα και εργατοώρες για την παραγωγή και μεταφορά του.
Αλλαγή πλεύσης
Μικρές αλλαγές στην καθημερινότητα όλων μας μπορούν να έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ο σωστός προγραμματισμός αγορών, η σωστή αποθήκευση τροφίμων, η αξιοποίηση περισσευμάτων και η προτίμηση τοπικών ή εποχικών προϊόντων μειώνουν σημαντικά τη σπατάλη.
Παράλληλα, η αποφυγή προϊόντων μίας χρήσης, η επιλογή επαναχρησιμοποιούμενων συσκευασιών και η σωστή ανακύκλωση συμβάλλουν στον περιορισμό των αποβλήτων.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας υπογραμμίζει ότι η βιώσιμη κατανάλωση συνδέεται άμεσα με το δικαίωμα στην υγεία, στην τροφή και στο καθαρό νερό.
Η αλλαγή, ωστόσο, δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στην ατομική ευθύνη, δηλαδή στους πολίτες. Οι ίδιες οι επιχειρήσεις και τα κράτη οφείλουν να επανασχεδιάσουν τον τρόπο με τον οποίο παράγονται και διακινούνται τα αγαθά. Η βιομηχανία της «γρήγορης κατανάλωσης» (hyperconsumerism), είτε αφορά τη μόδα είτε την τεχνολογία είτε τα τρόφιμα, ενθαρρύνει την υπερβολή και τη διαρκή αντικατάσταση προϊόντων σε σύντομο χρονικό διάστημα. Επιστημονικές μελέτες επισημαίνουν ότι αυτοί οι ολοένα μικρότεροι «κύκλοι ζωής» των προϊόντων αυξάνουν όπως είναι φυσικό τα απόβλητα και την εξάντληση φυσικών πόρων.
Παράλληλα, η υπεύθυνη κατανάλωση συνδέεται και με κοινωνική δικαιοσύνη. Όπως τονίζει ο ΟΗΕ, ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού εξακολουθεί να καταναλώνει λιγότερα από όσα χρειάζεται για να καλύψει βασικές ανάγκες. Η συζήτηση, επομένως, δεν εξαντλείται στο «να καταναλώνουμε λιγότερο», αλλά κυρίως το να καταναλώνουμε δικαιότερα και εξυπνότερα.
Προφανώς, η μετάβαση σε μια βιώσιμη κοινωνία δεν θα προκύψει από μία μεγάλη κίνηση, αλλά από χιλιάδες μικρές καθημερινές αποφάσεις: τι αγοράζουμε, τι πετάμε, πόσο νερό και ενέργεια καταναλώνουμε, πόσο συχνά αντικαθιστούμε αντικείμενα που μπορούν ακόμη να χρησιμοποιηθούν. Η υπεύθυνη κατανάλωση μας αφορά όλους και αποτελεί μια συλλογική επένδυση σε έναν κόσμο που θα μπορεί να εξασφαλίζει αξιοπρεπή ζωή, υγεία, ασφάλεια και ποιοτική διατροφή για όλους.