Νέα μείωση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, η οποία θα κυμαίνεται από μισή έως μία ποσοστιαία μονάδα, φαίνεται ότι σχεδιάζει το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Το μέτρο πιθανότατα θα περιλαμβάνεται στο πακέτο των μέτρων που θα ανακοινωθεί κατά τα εγκαίνια της Διεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με πληροφορίες, η νέα μείωση των ασφαλιστικών εισφορών θα προέλθει από τον κλάδο ασθενείας, και από κλάδους της ΔΥΠΑ, όπως για παράδειγμα είναι οι εργοδοτικές εισφορές για την κατάρτιση.
Η Τράπεζα της Ελλάδος θεωρεί απαραίτητη την περαιτέρω μείωση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών
Σε κάθε περίπτωση, δεν θα μειωθούν οι αμιγώς συνταξιοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές (κύριας και επικουρικής ασφάλισης), ούτε και η εργοδοτική εισφορά υπέρ του κλάδου ανεργίας (1,2%).
Απώλεια εσόδων
Αξίζει να σημειωθεί ότι ενδεχόμενη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά μία ποσοστιαία μονάδα θα προκαλέσει απώλεια εσόδων από τις εισφορές μισθωτών στον ΕΦΚΑ κατά 440 εκατ. ευρώ, απώλεια που αντισταθμίζεται πλήρως με την αύξηση των εσόδων του ασφαλιστικού ταμείου – από ασφαλιστικές εισφορές – εξαιτίας της αύξησης της απασχόλησης και του ύψους των μισθών.
Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το ζήτημα της περαιτέρω μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών με στόχο την ελάφρυνση του εργατικού κόστους για τις επιχειρήσεις «άνοιξε» πρόσφατα η Τράπεζα της Ελλάδος με την τελευταία έκθεση του διοικητή της, ενώ αντίστοιχο αίτημα έχουν διατυπώσει οι εργοδοτικές οργανώσεις, ως «αντιστάθμισμα» της επιβάρυνσης που προκαλούν οι συνεχείς αυξήσεις των κατώτατων αμοιβών.
Κλειστά χαρτιά
Η κυβέρνηση μέχρι τώρα κρατά κλειστά τα χαρτιά της και περιορίζεται στη μείωση το 2027 κατά μισή ποσοστιαία μονάδα (0,5%) που εκκρεμεί από το πρόγραμμα της συνολικής μείωσης κατά 5,9% από το 2019 και εντεύθεν.
Ωστόσο η έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος θεωρεί απαραίτητη την περαιτέρω μείωση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, ώστε να τονωθεί η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, να μειωθεί το κόστος για τις επιχειρήσεις και να στηριχθεί η αγορά εργασίας.
Η διατηρήσιμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας περνάει μέσα από τη συστηματική μείωση των βαρών στην εργασία. Αυτή είναι μία από τις βασικές συστάσεις πολιτικής του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) όπως περιγράφεται στην έκθεσή του για την ελληνική οικονομία 2025.
Η μείωση
Η νέα μείωση στις εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές θα έρθει σε συνέχεια των δύο περικοπών που έγιναν εντός του 2025.
Η πρώτη είναι η μία μονάδα που ισχύει από την 1/1/2025 (μοιρασμένη κατά 0,5% σε εργαζομένους και 0,5% στους εργοδότες) και η δεύτερη αφορά την κατάργηση των εισφορών στην προσαύξηση των αμοιβών για τις υπερωρίες, που ισχύει από τον Μάρτιο του 2025. Ειδικά για τις υπερωρίες, νυχτερινά και αργίες, οι εισφορές των εργαζομένων υπολογίζονται μόνο στην ωρομίσθια αμοιβή και όχι στην προσαύξηση του ωρομισθίου κατά 20% ή 40%. Μετά τη νέα μείωση του επομένου έτους, οι ασφαλιστικές εισφορές θα έχουν υποχωρήσει συνολικά κατά 6,04% από το 2019, πλησιάζοντας τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Η περαιτέρω μείωση του μη μισθολογικού κόστους αναμένεται να συμβάλει στην αύξηση της απασχόλησης και των μισθών, εξέλιξη η οποία θα αντισταθμίσει την απώλεια εσόδων που θα έχει ο ΕΦΚΑ από τη μείωση των εισφορών.
Τα έσοδα του ΕΦΚΑ
Σύμφωνα με τον ΕΦΚΑ, για κάθε μία ποσοστιαία μονάδα (1%) αύξησης του κατώτατου μισθού, οι ασφαλιστέες αποδοχές αυξάνονται κατά 140.000.000 ευρώ σε ετήσια βάση.
Με την αύξηση κατά 4,5% που ισχύει από 1ης Απριλίου, τα έσοδα του ΕΦΚΑ θα ενισχυθούν περίπου κατά 630.000.000 ευρώ, ποσό που καλύπτει πλήρως το κόστος της μείωσης των εισφορών.
Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το σύνολο των εισφορών για τους μισθωτούς (εργοδότη και εργαζομένου) ανέρχεται σήμερα στο 35,16% και με αυτό το ποσοστό η Ελλάδα κατατάσσεται στην τέταρτη θέση των κρατών με τις υψηλότερες ασφαλιστικές κρατήσεις στις χώρες του ΟΟΣΑ.