Με αποδοκιμασίες, κριτική και γιουχάισμα υποδέχθηκαν οι συνδικαλιστές στην Γερμανία τις προτάσεις του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς για μεταρρυθμίσεις στο κοινωνικό κράτος και κυρίως στο συνταξιοδοτικό σύστημα.
«Όλοι θα πρέπει να συνεισφέρουν και όλοι θα λάβουν κάτι ως αντάλλαγμα», υποστήριξε ο Μερτς.
Μιλώντας σήμερα, Τρίτη, στο συνέδριο της Γερμανικής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων DGB, ο καγκελάριος ζήτησε «εθνική συντονισμένη προσπάθεια» για την υπέρβαση της οικονομικής στασιμότητας στην Γερμανία και αναφέρθηκε σε «πίεση για δράση» στην πολιτική, την κοινωνία και τις επιχειρήσεις, λόγω των παγκόσμιων κρίσεων και των συσσωρευμένων διαρθρωτικών προβλημάτων.
«Ο κόσμος αναδιοργανώνεται με εκρηκτικό ρυθμό και ιλιγγιώδη ταχύτητα. Αυτό επηρεάζει άμεσα τη Γερμανία, η οποία πρέπει επομένως να συνέλθει», δήλωσε ο Μερτς και παρουσίασε μια ιδιαίτερα ζοφερή εικόνα της κατάστασης: Η ανάπτυξη έχει μείνει στάσιμη εδώ και τουλάχιστον επτά χρόνια, ενώ άλλες χώρες αναπτύσσονταν, εξήγησε.
«Η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά προϋπόθεση για θέσεις εργασίας, φορολογικά έσοδα, ένα λειτουργικό κράτος πρόνοιας και επαρκείς συντάξεις», πρόσθεσε και έκανε λόγο για αύξηση του κόστους ενέργειας, παραγωγής και διαβίωσης λόγω της νέας ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή, αλλά και για το γραφειοκρατικό κόστος που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις.
Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του, ο Φρίντριχ Μερτς αποδοκιμάστηκε κατ’ επανάληψη από τους συνέδρους, ενώ η ομιλία του διακόπηκε από σφυρίγματα και γιουχάισμα, ειδικά όταν είπε ότι η μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας «απαιτεί κάτι από όλους, αλλά είναι απαραίτητη προκειμένου να είναι εγγυημένα σταθερές οι εισφορές για πολλά χρόνια ακόμη».
«Δεν είμαι εγώ κακός, αυτά είναι τα δημογραφικά στοιχεία και τα μαθηματικά», απάντησε ο Γερμανός καγκελάριος και ζήτησε «ανοιχτό πνεύμα για αλλαγές», τόσο από τους εργαζόμενους όσο και από τους εργοδότες.
Η επανεκλεγείσα χθες, πρόεδρος της Συνομοσπονδίας, Γιασμίν Φαχίμι, αναφερόμενη κυρίως στις αλλαγές σχετικά με το ωράριο εργασίας, αντέτεινε ότι η Γερμανία δεν μπορεί να επιστρέψει στην εποχή πριν από το 1918 και επισήμανε ότι είναι ήδη εφικτές μέσω των συλλογικών συμβάσεων κάποιες εξαιρέσεις από τον κανόνα του οκταώρου, επιβεβαιώνοντας πως «τα συνδικάτα της DGB είναι έτοιμα να κάνουν το καθήκον τους». Ταυτόχρονα, όμως, προειδοποίησε να μην αποφασιστούν «μονομερείς επιβαρύνσεις και διάβρωση των δικαιωμάτων προστασίας των εργαζομένων».