Παρασκευή 08 Μαϊου 2026
weather-icon 22o
Συνταγματική αναθεώρηση: Θεσμική μεταρρύθμιση ή αναδιάταξη κυβερνητικής ισχύος;

Συνταγματική αναθεώρηση: Θεσμική μεταρρύθμιση ή αναδιάταξη κυβερνητικής ισχύος;

Η κοινοβουλευτική πρακτική των τελευταίων ετών έχει αναδείξει τους κινδύνους ενός συστήματος, στο οποίο η ποινική δίωξη εξακολουθεί να εξαρτάται από πολιτικούς συσχετισμούς.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του in.gr στην Google

Η συζήτηση περί συνταγματικής αναθεώρησης αποτελεί πάντοτε μια κρίσιμη στιγμή για το πολιτικό σύστημα μιας χώρας. Πρόκειται για μια διαδικασία που απαιτεί θεσμική αυτοσυγκράτηση, επίγνωση των ορίων της συγκυριακής πλειοψηφίας και προσανατολισμό στη διαχρονική λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών. Οι προτάσεις που έδωσε πρόσφατα στη δημοσιότητα η κυβερνητική πλειοψηφία παρουσιάζουν ενδιαφέρον, όχι τόσο, όμως, για την έκταση των αλλαγών που εισάγουν, όσο για την κυβερνητική αντίληψη περί θεσμικής οργάνωσης που αντανακλούν.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών. Παρά τη δημόσια συζήτηση των τελευταίων ετών για την ανάγκη ενίσχυσης της λογοδοσίας των κυβερνητικών στελεχών, η προτεινόμενη αναθεώρηση διατηρεί τον βασικό πυρήνα του ισχύοντος συστήματος, δηλαδή την καθοριστική εμπλοκή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας στην κίνηση της ποινικής διαδικασίας.

Η κοινοβουλευτική πρακτική των τελευταίων ετών έχει αναδείξει τους κινδύνους ενός συστήματος, στο οποίο η ποινική δίωξη εξακολουθεί να εξαρτάται από πολιτικούς συσχετισμούς, με αποτέλεσμα να παραμένει ενεργός ο προβληματισμός ως προς την πραγματική θεσμική αυτονόμηση της διαδικασίας. Σε ένα περιβάλλον αυξημένης δυσπιστίας απέναντι στους θεσμούς, η διατήρηση μηχανισμών που δίνουν έστω και την εντύπωση πολιτικής διαμεσολάβησης — ιδίως σε υποθέσεις που έχουν απασχολήσει και υπερεθνικούς θεσμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία — δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί επαρκής απάντηση στο ζήτημα της κυβερνητικής λογοδοσίας.

Ανάλογο προβληματισμό προκαλεί και η πρόταση για το άρθρο 90 σχετικά με την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Η μεταφορά της αρμοδιότητας από το Υπουργικό Συμβούλιο σε κοινοβουλευτική επιτροπή παρουσιάζεται ως βήμα αποπολιτικοποίησης της διαδικασίας. Παραμένει, ωστόσο, ασαφές κατά πόσο μια επιτροπή, της οποίας η σύνθεση θα αντανακλά αναγκαστικά τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς, μπορεί να εξασφαλίσει ουσιαστικά διαφορετικά αποτελέσματα. Πρόκειται περισσότερο για μεταβολή του τύπου της διαδικασίας, παρά για ουσιαστική ενίσχυση των εγγυήσεων δικαστικής ανεξαρτησίας.

Ιδιαίτερη προσοχή προσήκει, επίσης, και στις προτάσεις αναθεώρησης των άρθρων 56 και 57, με τις οποίες επιχειρείται η κατάργηση των κωλυμάτων και ασυμβιβάστων των βουλευτών από το Σύνταγμα και η παροχή εξουσιοδότησης στον κοινό νομοθέτη να προβεί σε ρύθμιση και εξειδίκευσή τους. Η επιδιωκόμενη ευελιξία μπορεί να εμφανίζεται λειτουργική από νομοτεχνική άποψη, καταλήγει, ωστόσο, να αποδυναμώνει καθοριστικά τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα που οφείλουν να συνοδεύουν περιορισμούς του δικαιώματος του εκλέγεσθαι. Η ανάθεση τέτοιων ρυθμίσεων στην εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία δημιουργεί τον κίνδυνο νομοθετικών παρεμβάσεων με άμεσο αντίκτυπο στην ίδια τη σύνθεση της εθνικής αντιπροσωπείας, μετατοπίζοντας μια κρίσιμη θεσμική εγγύηση στη διακριτική ευχέρεια της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας.

Τέλος, η προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 81 περί μερικού ασυμβίβαστου μεταξύ βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας επιχειρεί να απαντήσει σε διαχρονικές επικρίσεις για την υπερσυγκέντρωση εξουσίας στο κυβερνητικό σχήμα. Εντούτοις, το προτεινόμενο μοντέλο διαρκούς εναλλαγής μεταξύ κοινοβουλευτικού και κυβερνητικού ρόλου ενδέχεται να δημιουργήσει νέα ζητήματα θεσμικής ασάφειας. Οι αναπληρωτές βουλευτές θα ασκούν τα καθήκοντά τους υπό τη διαρκή προοπτική της αποχώρησής τους, ενώ η συνύπαρξη πολιτικών προσώπων με παράλληλη εκλογική αναφορά νομοτελειακά θα ενισχύσει ανταγωνιστικές λογικές εντός της ίδιας περιφέρειας, καταλήγοντας να αναπαράξει – αν όχι να ενισχύσει – το πελατειακό σύστημα που η ρύθμιση φέρεται να στοχεύει να καταστείλει.

Η συνταγματική αναθεώρηση δεν κρίνεται από τη ρητορική του «εκσυγχρονισμού», αλλά από το κατά πόσον ενισχύει ουσιαστικά τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου και τη θεσμική ισορροπία. Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις φαίνεται μάλλον να διατηρούν και να ενισχύουν κρίσιμες εστίες κυβερνητικής επιρροής εκεί όπου η ανάγκη θεσμικής αποστασιοποίησης είναι εντονότερη. Η αναθεωρητική πρόταση της κυβερνητικής πλειοψηφίας αποτελεί περισσότερο φαινομενική προσαρμογή των υφιστάμενων μηχανισμών εξουσίας στις σύγχρονες πολιτικές πιέσεις, παρά ουσιαστική ενίσχυση των θεσμικών αντιβάρων που θα αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.

* Η Κωνσταντίνα Γεωργάκη είναι Διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και Επίκουρη Καθηγήτρια στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Γραμματέας Θεσμών και Διαφάνειας του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Προσθήκη του in.gr στην Google

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: in@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Παρασκευή 08 Μαϊου 2026
Cookies