Πέμπτη 02 Απριλίου 2026
weather-icon 13o
ΙΟΒΕ: Μισθολογική καθήλωση λόγω ακρίβειας – Η αγοραστική δύναμη σε ελεύθερη πτώση

ΙΟΒΕ: Μισθολογική καθήλωση λόγω ακρίβειας – Η αγοραστική δύναμη σε ελεύθερη πτώση

Μπροστά σε ένα σπιράλ ακρίβειας, καθηλωμένων μισθών, χρέους και διαρκών αυξήσεων βρίσκονται τα ελληνικά νοικοκυριά, σύμφωνα με τη νέα τριμηνιαία έκθεση που εκπονήθηκε από το IOBE. Στην… ουρά της ΕΕ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ.

Μια ολοκληρωμένη ανάλυση της ιδιωτικής οικονομίας και του χρέους στην Ελλάδα με ορίζοντα τον Μάρτιο του 2026 αποκαλύπτει η νέα τριμηνιαία έκθεση που εκπονήθηκε από το IOBE με υποστήριξη της Cepal.

Παρά την άνοδο του ΑΕΠ, η χώρα κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά το βιοτικό επίπεδο, καθώς ο πληθωρισμός και το υψηλό κόστος διαβίωσης εξανεμίζουν τα εισοδήματα

Αναλύει μακροοικονομικούς δείκτες, όπως το ΑΕΠ και οι συνιστώσες του, τις εξελίξεις στον πληθωρισμό, καθώς και τις τάσεις στην αγορά εργασίας.  Παράλληλα, εξετάζει τις δημοσιονομικές επιδόσεις, τις εξελίξεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα και τις τάσεις σε επιλεγμένους τομείς της οικονομίας.

Η παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα παρέμεινε ανθεκτική το 2025, αν και η αβεβαιότητα αυξήθηκε στις αρχές του 2026 εν μέσω γεωπολιτικών εντάσεων. Η ελληνική οικονομία συνέχισε να συγκλίνει με τη ζώνη του Ευρώ, με βασικούς μοχλούς τις επενδύσεις και τις εξαγωγές. Ωστόσο, σημαντικές προκλήσεις εξακολουθούν να υφίστανται, όπως οι πληθωριστικές πιέσεις, οι εξωτερικές ανισορροπίες, οι περιορισμοί στην προσιτότητα της στέγασης, καθώς και το υψηλό επίπεδο ιδιωτικού και δημόσιου χρέους.

Η άλλη όψη των μισθών

Η έκθεση του ΙΟΒΕ παρουσιάζει την εξέλιξη των μισθών στον ιδιωτικό τομέα, σημειώνοντας ότι οι αυξήσεις στις μέσες αποδοχές υπολείπονται της ανόδου του κατώτατου μισθού.

Από την 1η Απριλίου 2026, αυξάνεται στα 920€ (από 880€ το 2025), σημειώνοντας μια ετήσια άνοδο της τάξης του 4,5%. Σύμφωνα με τα στοιχεία του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ για το 2025, ο μέσος μισθός αυξήθηκε ονομαστικά μόλις κατά 1,5% (στα 1.362€ από 1.342€).

Σε αυτό το περιβάλλον ο κατώτατος μισθός «πλησιάζει» κάτι που σημαίνει πως έχουμε συμπίεση των μισθολογικών κλιμακίων. Η άνοδος του κατώτατου μισθού δεν ήταν αρκετή για να συμπαρασύρει τους υπόλοιπους μισθούς. Η αναλογία μεταξύ κατώτατου και μέσου μισθού έφτασε στα (63%) που είναι ένα από τα υψηλότερα στην ΕΕ.

Κατά την περίοδο 2019-2025, ο μέσος μισθός αυξήθηκε κατά 4,5% ετησίως κατά μέσο όρο σε ονομαστικούς όρους, ενώ μειώθηκε οριακά σε πραγματικούς όρους. Κατά την ίδια περίοδο, ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε σωρευτικά κατά 13,4% σε πραγματικούς όρους.

Η Ελλάδα παρουσιάζει υψηλό βαθμό συμπίεσης των μισθών στον ιδιωτικό τομέα, ιδίως στις μικρές επιχειρήσεις και σε συγκεκριμένους οικονομικούς τομείς, γεγονός που καθιστά τις ομάδες αυτές πιο ευαίσθητες στις μεταβολές του κατώτατου μισθού.

Ειδικά όσο πιο σε πιο μικρές επιχειρήσεις εργάζεται ο μισθωτός, τόσο μικραίνει ο μισθός του. Για παράδειγμα, σύμφωνα με την έκθεση:

Στις πολύ μικρές επιχειρήσεις (με κάτω από 10 εργαζόμενους) ο μέσος μισθός το 2025 ήταν μόλις 1.154 ευρώ και ο λόγος κατώτατου/μέσου μισθού έφτανε στο 79%! Θεωρητικά δηλαδή, σχεδόν ή όλοι οι εργαζόμενοι (οι 8 στους 10 για την ακρίβεια) αμείβονται σχεδόν το ίδιο – με τον κατώτατο μισθό δηλαδή- ή κανείς τους δεν παίρνει παραπάνω από 20% μεγαλύτερο μισθό από τον κατώτατο.

Το 28% των εργαζομένων (730.000 άτομα) απασχολείται σε μικρές επιχειρήσεις. Εξ αυτών το 38% παίρνει τον κατώτατο μισθό. Συνεπώς, με βάση την «κλειστή ψαλίδα» μισθών που διαπιστώνεται, το υπόλοιπο 62% λαμβάνει σχεδόν τα ίδια μισθό -ή λίγο πάνω από τον ελάχιστο νόμιμο- ασχέτως ηλικίας, θέσεως, σπουδών, προϋπηρεσίας κλπ.

Αντιθέτως όσο μεγαλώνει η επιχείρηση μεγαλώνει ο μισθός πέραν του βασικού κατώτατου.

Στην ουρά με τις χώρες που έχουν το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ

Το διαθέσιμο εισόδημα έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, ωστόσο παραμένει σημαντικά κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ σε όρους προσαρμοσμένους στην ισοτιμία αγοραστικής δύναμης (PPP), γεγονός που υποδηλώνει ότι η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών εξακολουθεί να υστερεί σε σχέση με αυτή των περισσότερων οικονομιών της ΕΕ.

Η αγοραστική δύναμη στην Ελλάδα αποτελεί ένα από τα πιο πολυσυζητημένα οικονομικά θέματα, καθώς η χώρα παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη αντίφαση: ενώ οι ρυθμοί ανάπτυξης του ΑΕΠ είναι από τους υψηλότερους στην Ευρωζώνη, η πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών παραμένει καθηλωμένη σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

Με βάση τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat (προκαταρκτικές εκτιμήσεις Μαρτίου 2026), η Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση της ΕΕ, μαζί με τη Βουλγαρία.

Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε όρους αγοραστικής δύναμης ανήλθε στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ το 2025. Αυτό σημαίνει ότι ένας μέσος κάτοικος της Ελλάδας μπορεί να αγοράσει 32% λιγότερα αγαθά και υπηρεσίες από τον μέσο Ευρωπαίο πολίτη.

Παρά το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό περίπου 2,1% το 2025 (υπερδιπλάσιο του μέσου όρου της Ευρωζώνης), η αγοραστική δύναμη δεν βελτιώθηκε ανάλογα για τους εξής λόγους:

  • Πληθωρισμός τροφίμων & υπηρεσιών: Ενώ ο γενικός πληθωρισμός υποχώρησε, οι τιμές σε βασικά αγαθά και ενοίκια παρέμειναν υψηλές, «ροκανίζοντας» τις αυξήσεις στους μισθούς.
  • Υστέρηση μισθών: Σύμφωνα με στοιχεία του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ για το 2025, ο μέσος μισθός αυξήθηκε ονομαστικά κατά μόλις 1,5%, την ώρα που ο πληθωρισμός έτρεχε με 2,9%, οδηγώντας σε μείωση του πραγματικού εισοδήματος.
  • Σύγκλιση τιμών, απόκλιση εισοδημάτων: Οι τιμές στην Ελλάδα έχουν συγκλίνει στο 82% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, αλλά τα εισοδήματα παραμένουν πολύ χαμηλότερα.

Φθίνει η αποταμίευση

Το ποσοστό αποταμίευσης παρουσιάζει μια σταθερή αρνητική τάση για περισσότερο από μια

δεκαετία, υποδηλώνοντας ότι τα νοικοκυριά συχνά βασίζονται σε πόρους που υπερβαίνουν το τρέχον εισόδημά τους (π.χ. δανεισμός, ρευστοποίηση περιουσίας) για να καλύψουν τις καταναλωτικές τους ανάγκες.

Το ιδιωτικό χρέος στην έκθεση του ΙΟΒΕ

Το συνολικό ιδιωτικό χρέος (προς χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, φορολογικές αρχές και φορείς κοινωνικής ασφάλισης) συνέχισε να αυξάνεται, φθάνοντας τα 407,6 δισ. ευρώ το τρίτο τρίμηνο του 2025, κυρίως λόγω της πιστωτικής επέκτασης καθώς και της συνεχιζόμενης συσσώρευσης υποχρεώσεων προς τον δημόσιο τομέα.

Τα συνολικά ποσά περιλαμβάνουν την ονομαστική αξία του χρέους, τους δεδουλευμένους τόκους και τις πρόσθετες επιβαρύνσεις, η λεπτομερής ανάλυση των οποίων θα απαιτούσε πιο αναλυτική και ομοιογενή υποβολή στοιχείων από τους πιστωτές.

Το συνολικό ιδιωτικό χρέος σε δάνεια αυξήθηκε στα 245 δισ. ευρώ το τρίτο τρίμηνο του 2025 (≈98,6% του ΑΕΠ), με τα επιχειρηματικά δάνεια να αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μερίδιο.

Το μερίδιο των μη εξυπηρετούμενων δανείων μειώθηκε στο 30% (73,9 δισ. ευρώ) του συνόλου των δανείων που κατέχουν τράπεζες και διαχειριστές. Τα περισσότερα μη εξυπηρετούμενα δάνεια βρίσκονται πλέον στα χέρια εταιρειών διαχείρισης, οι οποίες διαχειρίζονται το 92% (68 δισ. ευρώ) του συνολικού όγκου των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Ο δημόσιος τομέας παραμένει ο μεγαλύτερος «πιστωτής» σε καθυστερήσεις, με τις φορολογικές και κοινωνικοασφαλιστικές καθυστερήσεις να αντιπροσωπεύουν περίπου το 70% του συνολικού χρέους σε καθυστέρηση, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία των υποχρεώσεων του δημόσιου τομέα.

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: in@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Πέμπτη 02 Απριλίου 2026
Απόρρητο