Η συζήτηση πλέον μεταξύ κυβέρνησης και τραπεζών που θα συνεχιστεί και αυτή την εβδομάδα, βρίσκεται σε αυτό το επίπεδο

Ο Πρωθυπουργός από το Λονδίνο όπου βρέθηκε στις αρχές της εβδομάδας βγήκε – και σωστά – να διαψεύσει τις πληροφορίες ότι σχεδιάζει έναν νέο έκτακτο φόρο για τις τράπεζες. Ηταν το πρώτο πράγμα που τον ρωτούσαν στις συναντήσεις που είχαν μαζί του οι εκπρόσωποι των ξένων επενδυτών. Είχε προηγηθεί η διαρροή, ότι ο υπουργός Οικονομικών απείλησε με την επιβολή αυτού του φόρου τους τραπεζίτες στη συνάντηση που είχε μαζί τους, την προηγούμενη Παρασκευή, αν δεν προχωρούσαν στην άμεση ενίσχυση των χτυπημένων από την άνοδο των επιτοκίων, δανειοληπτών. Η σκλήρυνση της στάσης της κυβέρνησης έναντι των τραπεζών, προφανώς και δεν αποτελεί μια πολιτική την οποία από μόνος του εφαρμόζει ο Χρήστος Σταϊκούρας. Είναι ξεκάθαρο ότι αποτελεί κεντρική κυβερνητική στρατηγική. Το θέμα, όμως, είναι μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή η τακτική.
Εκ πρώτοις πράγματι φαίνεται ότι υπάρχει περιθώριο άσκησης πίεσης προς την πλευρά των τραπεζών. Οι ισολογισμοί τους έχουν καθαρίσει από το βάρος των κόκκινων δανείων με τη βοήθεια του σχεδίου Ηρακλής, για την υλοποίηση του οποίου έχει εγγυηθεί το ελληνικό Δημόσιο. Η προοπτική κερδοφορίας τους είναι ξανά σημαντική, λόγω της αύξησης των επιτοκίων, ενώ διαχειρίζονται (και κερδίζουν) μεγάλο μέρος των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης. Αυτά είναι η κυβερνητική επιχειρηματολογία ως προς τη δυνατότητα των τραπεζών να παρέμβουν, στη δύσκολη στιγμή που έρχεται για τους δανειολήπτες.

Οι τράπεζες δεν διαφωνούν ότι πρέπει να στηριχθούν τα νοικοκυριά και ειδικά η ευαίσθητη – και πολιτικά – κατηγορία όσων έχουν στεγαστικό δάνειο και ειδικά αυτών που συνδέονται με την πρώτη κατοικία. Αλλωστε ήδη έχουν ξεκινήσει τη μείωση των περιθωρίων (spreads). Δηλαδή έχουν ήδη απορροφήσει μέρος της επιβάρυνσης.

Τα ποσά δεν είναι πλέον μεγάλα. Το υπόλοιπο των στεγαστικών στις τράπεζες δεν ξεπερνούν τα 31-32 δισ. ευρώ. Από αυτά ενήμερα, δηλαδή πληρώνονται κανονικά οι δόσεις τους, είναι τα 27,4 δισ. ευρώ. Αρα η συντριπτική πλειονότητα ακόμα τα καταφέρνει. Ενδεχομένως ζορίζεται, αλλά πληρώνει τις δόσεις. Το θέμα είναι πως οι τράπεζες θα εντοπίσουν αυτά που θα εμφανίσουν προβλήματα στην αποπληρωμή των επόμενων μηνών, με τα ήδη ρυθμισμένα να θεωρούνται τα πρώτα «ύποπτα».

Η συζήτηση πλέον μεταξύ κυβέρνησης και τραπεζών που θα συνεχιστεί και αυτή την εβδομάδα, βρίσκεται σε αυτό το επίπεδο. Στη διερεύνηση πιθανής παρέμβασης. Σε αυτή την κατεύθυνση, η λύση του ισπανικού μοντέλου δείχνει να εγκαταλείπεται, καθώς θα προκαλούσε κεφαλαιακές απώλειες στις τράπεζες. Οπότε αναζητείται άλλο πλέγμα λύσεων, με την κυβέρνηση να είναι διατεθειμένη, αν βρεθεί ο τρόπος που δεν δημιουργεί θέματα ανταγωνισμού, να επιδοτήσει και μέρος των «φουσκωμένων» τόκων, προκειμένου να περιορίσει την επιβάρυνση. Κάτι σαν τα μέτρα επιτοκιακής στήριξης που εφαρμόστηκαν για υποθήκες κύριας κατοικίας κατά την πανδημία. Οι κρίσιμες λεπτομέρειες του εγχειρήματος, όπως τα εισοδηματικά κριτήρια και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις, θα είναι και οι καθοριστικές για την τελική έκβαση.

Αυτό που πρέπει να προσεχτεί και φοβούνται οι τράπεζες, είναι να μη δημιουργηθεί η εικόνα μιας οριζόντιας ρύθμισης, που θα αναζωπύρωνε το παλαιό πρόβλημα των στρατηγικών κακοπληρωτών. Ερώτημα παραμένει πώς θα γίνει η παρέμβαση στα δάνεια που βρίσκονται στις εταιρείες διαχείρισης, δεδομένου και του δικαστικού απαγορευτικού στους πλειστηριασμούς. Ολα αυτά παραμένουν στο τραπέζι των συζητήσεων. Αυτό που πρέπει να αποσυρθεί με τη διαδικασία του κατεπείγοντος είναι οι προεκλογικές πολιτικές «κορώνες» κατά του αγαπημένου εχθρού ενός μέρους της κοινωνίας, τις ελληνικές τράπεζες, τη στιγμή μάλιστα που τις έχουμε περισσότερο ανάγκη καθώς μέσα από αυτές περνάει μεγάλο μέρος από την ανάπτυξη της επόμενης χρονιάς…

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr