Στα 400 εκατ. ευρώ το κόστος των μικροκλοπών στο σύνολο του λιανεμπορίου - Δεν έχει αυξηθεί το ποσοστό, αλλά έχει διευρυνθεί η λίστα των ειδών που κλέβονται, τονίζει στα «ΝΕΑ» στέλεχος μεγάλης αλυσίδας

Αντικλεπτικά, κάμερες, μηχανήματα ασφαλείας, κλειδωμένες προθήκες και κάθε δυνατό μέσο έχουν επιστρατεύσει οι αλυσίδες λιανεμπορίου, συμπεριλαμβανομένων και των αλυσίδων σουπερμάρκετ, για να αποφύγουν τις κλοπές που ούτε λίγο ούτε πολύ υπολογίζεται ότι «ροκανίζουν» από 0,9% έως και 1,5% του συνολικού τζίρου των επιχειρήσεων.

Μόνο στα καταστήματα σουπερμάρκετ, μικρά και μεγάλα, υπολογίζεται ότι περισσότερα από δύο στα δέκα προϊόντα που «χάνονται» από τα ράφια των καταστημάτων αφορούν κλοπές από πελάτες και οργανωμένες συμμορίες. Αν μάλιστα λάβει κανείς υπόψη ότι το 2021 ο συνολικός τζίρος στα σουπερμάρκετ έφτασε τα 15,4 δισεκατομμύρια ευρώ, το κόστος των κλοπών μαζί με άλλες απώλειες (από εσωτερικές κλοπές και καταστροφές) ξεπερνά τα 120 εκατ. ευρώ τον χρόνο και συνολικά στις λιανεμπορικές επιχειρήσεις και άλλων ειδών (ένδυση, υπόδηση, καλλυντικά, ηλεκτρονικά κ.τ.λ.) λιανεμπορίου προσεγγίζει τα 400 εκατ. ευρώ, με τον λογαριασμό που προκύπτει να τον πληρώνει πάντα ο καταναλωτής.

Διαφορά

Το θέμα των κλοπών από τα ράφια των σουπερμάρκετ δεν είναι σημερινό ούτε και ελληνικό, όπως δεν είναι σημερινό να βλέπει κανείς τις επιχειρήσεις να προστατεύονται από επίδοξους «ελαφροχέρηδες». Η διαφορά, η οποία πρόσφατα προκάλεσε την έκπληξη, ήταν η θέα του αντικλεπτικού στις παιδικές τροφές και στον καφέ σε ράφια καταστημάτων. «Το θέμα των κλοπών δεν είναι σημερινό φαινόμενο, ούτε και τα μέτρα που λαμβάνουμε» λέει στέλεχος μεγάλης αλυσίδας. Οπως εξηγεί, εδώ και χρόνια τα ακριβά αλκοολούχα ποτά, οι ξυριστικές μηχανές και τα ανταλλακτικά ξυραφάκια τους, μπαταρίες, ακόμα και καλλυντικά  είτε είναι κλειδωμένα κοντά στα ταμεία των καταστημάτων, είτε φέρουν αντικλεπτικούς μηχανισμούς και ταινίες. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι κλοπές από τα ράφια αποτελούν καθημερινότητα για τις επιχειρήσεις σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό και όπως λέει δεν έχει αυξηθεί το ποσοστό, αλλά έχει διευρυνθεί η λίστα των ειδών που κλέβονται.

Την τακτική των κλοπών ακολουθούν όχι μόνον άνθρωποι με ιδιαίτερα προβλήματα (κλεπτομανείς, εξαρτημένοι ή και άνθρωποι που δεν έχουν τη δυνατότητα να αγοράσουν ακόμη και βασικά προϊόντα), αλλά και οργανωμένες σπείρες, οι οποίες σύμφωνα με εκπροσώπους της αγοράς έχουν αυξηθεί το τελευταίο διάστημα. Οι «οργανωμένοι» αφαιρούν συστηματικά από καταστήματα σουπερμάρκετ ποτά, καλλυντικά, ξυριστικά τα οποία παρανόμως διοχετεύουν από καταστήματα μέχρι παζάρια. Υπεύθυνη καταστήματος μεσαίου μεγέθους μεγάλης αλυσίδας στο κέντρο της Αθήνας εξηγεί γιατί ένας μεγάλος αριθμός εμπορευμάτων βρίσκεται πίσω από τα ταμεία και οι καταναλωτές θα πρέπει να τα ζητήσουν στο ταμείο για να τα αγοράσουν. «Είναι ο μοναδικός τρόπος για να αποφεύγουμε σε κάποια είδη τις κλοπές, αν και το τελευταίο διάστημα όλο και επεκτείνεται η γκάμα των προϊόντων που γίνονται στόχος». Σύμφωνα με την ίδια, στις αρχές της εβδομάδας «άδειασαν» το ράφι του καταστήματος με τα σαμπουάν. «Σιγουρά αυτοί δεν το κάνουν από ανάγκη, δεν δικαιολογείται να πάρει κάποιος 10-15 μπουκάλια σαμπουάν. Μεταπωλούν τα προϊόντα που κλέβουν και δρουν οργανωμένα».

Στοιχεία παλαιότερης έρευνας του Συνδέσμου Λιανεμπορίου και Βιομηχανίας ECR Ελλάδος το 2011 είχε δείξει ότι οι πιο «ευάλωτες» κατηγορίες προϊόντων σε κλοπές ήταν οι μπαταρίες 11,4% του συνολικού τζίρου της κατηγορίας, τα προϊόντα μακιγιάζ (10,9%), τα οινοπνευματώδη (7%), τα προϊόντα περιποίησης προσώπου όπως οι κρέμες (6,8%), τα ξυριστικά (6,5%). Σήμερα σύμφωνα με τους λιανεμπόρους η λίστα αυτή έχει μεγαλώσει και έχουν προστεθεί και άλλα είδη, όπως ο καφές, το μέλι, οι βρεφικές τροφές, το γάλα σε σκόνη, σαμπουάν και βαφές μαλλιών, οδοντόβουρτσες, καλσόν, κάλτσες και λαμπτήρες LED, που οι τιμές τους θεωρούνται υψηλές και έχουν αξία για μεταπώληση.

Μέτρα

Για να θωρακιστούν οι επιχειρήσεις λαμβάνουν μέτρα ανάλογα και με τις δυνατότητές τους, με τις μεγάλες επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν διάφορα αντικλεπτικά συστήματα, όπως αντικλεπτικά πώματα και αυτοκόλλητα ή ταινίες ενώ οι μικρότερες επιχειρήσεις και τα μίνι μάρκετ είτε εγκαθιστούν κάμερες σε σημεία των καταστημάτων ή έχουν κλειδωμένα σε προθήκες ή πίσω από τα ταμεία τους. «Τα αντικλεπτικά συστήματα που χρησιμοποιούνται δεν είναι στην πλειονότητα ορατά στο μάτι του καταναλωτή. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν. Επίσης σε αρκετές των περιπτώσεων η εγκληματικότητα σε μια περιοχή ή τα αυξημένα κρούσματα καθορίζουν και την πολιτική μας ανά κατάστημα» λέει εκπρόσωπος μεγάλης αλυσίδας σουπερμάρκετ. Το 2008 έξι μεγάλες αλυσίδες στην Ελλάδα εφάρμοσαν πιλοτικά αντικλεπτικά συστήματα στα καταστήματά τους και από την πιλοτική αυτή εφαρμογή προέκυψε μείωση πάνω από 50% των κλοπών στα ράφια. Το πρόβλημα είναι υπαρκτό. Aν και δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία αλλά μόνο εκτιμήσεις, το τίμημα είναι βαρύτερο, ιδίως για μικρές επιχειρήσεις που φτάνει ακόμα και να εξανεμίσει τα κέρδη τους όταν τα κρούσματα είναι επαναλαμβανόμενα, επισημαίνει ο γεν. διευθυντής του Ινστιτούτου Ερευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ) Λευτέρης Κιοσές.

Στις υπόλοιπες λιανεμπορικές επιχειρήσεις, ένδυσης, υπόδησης, ηλεκτρονικών ειδών και βιβλίων, κινητής τηλεφωνίας, καλλυντικών προϊόντων το σύνολο των μεγάλων επιχειρήσεων και αλυσίδων έχουν εδώ και χρόνια υιοθετήσει αντικλεπτικούς μηχανισμούς και ταινίες για το σύνολο των προϊόντων τους, κάτι με το οποίο είναι πλέον εξοικειωμένος ο καταναλωτής. «Παρ’ όλα αυτά και σε αυτές τις επιχειρήσεις οι κλοπές υπολογίζονται στο 1,5% κάθε χρόνο επί του συνολικού τζίρου που ξεπερνά τα 20 δισ. ευρώ» λέει ο πρόεδρος του ΣΕΛΠΕ Αντώνης Μακρής.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr