Η πόλωση σε πολλές περιπτώσεις λαμβάνει εμφυλιοπολεμικά χαρακτηριστικά ιδίως στις λεγόμενες αμφίρροπες πολιτείες (battleground states) οι οποίες θα κρίνουν και τις επόμενες προεδρικές εκλογές

Του Θεόδωρου Τσακίρη*

Καθώς οι ΗΠΑ προχωρούν προς τις πλέον πολωμένες νομοθετικές εκλογές της μεταψυχροπολεμικής περιόδου για την ανανέωση της Βουλής των Αντιπροσώπων καθώς και μέρους των Γερουσιαστών και Πολιτειακών Κυβερνητών, ο υπόλοιπος κόσμος παρακολουθεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις δυναμικές που μπορεί να δημιουργήσει η επιστροφή των Ρεπουμπλικανών στην κορυφή της νομοθετικής εξουσίας.

Η επιστροφή αυτή που εάν τελικά επιβεβαιωθεί θα ανοίξει το δρόμο για την επίσημη προεκλογική εκστρατεία του κ. Τράμπ για το 2024 καθώς έχει εμπλακεί ενεργά στις εκστρατείες δεκάδων υποψηφίων νομοθετών. Το Ρεπουμπλικανικό κόμμα στην πλειοψηφία του -παρά την πολωτική προεδρία Τράμπ και την επίθεση κατά του Κογκρέσου τον Ιανουάριο του 2020- παραμένει σε μεγάλο βαθμό ελεγχόμενο από τον τέως Αμερικανό Πρόεδρο σε σημείο που πολλοί Ρεπουμπλικανοί βουλευτές θέλουν να παραπέμψουν σε δίκη τον κ. Μπαϊντέν μόνο και μόνο για να πολώσουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση.

Εμφυλιοπολεμικά χαρακτηριστικά

Αυτή η πόλωση σε πολλές περιπτώσεις λαμβάνει εμφυλιοπολεμικά χαρακτηριστικά ιδίως στις λεγόμενες αμφίρροπες πολιτείες (battleground states) οι οποίες θα κρίνουν και τις επόμενες προεδρικές εκλογές. Οι ίδιες πολιτείες με επίκεντρο τη Φλόριδα, τη Νεβάδα και την Πενσυλβάνια, θα κρίνουν και την τύχη των εκλογών για την αμερικανική Γερουσία.

Η πόλωση αυτή θα έχει αναπόδραστα αρνητικές επιπτώσεις σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής καθώς οι διαχειριστικές ικανότητες των Δημοκρατικών εν γένει αλλά και του Προέδρου Μπάϊντεν ειδικότερα αμφισβητούνται σε ευρεία κλίμακα ακόμη και εντός των κεντρώων Δημοκρατικών.

Ήδη σημαντική μερίδα Ρεπουμπλικανών Γερουσιαστών και Βουλευτών όπως και μια μικρή μερίδα Δημοκρατικών «Προοδευτικών» βουλευτών έχουν εκφράσει έντονες αμφιβολίες αναφορικά με τη συνέχιση της πολιτικής «άνευ όρων» στήριξης της Ουκρανίας που ακολουθεί ο Αμερικανός Πρόεδρος.

Η παραίνεση του κ. Μπάϊντεν προς τον κ. Ζελένσκυ να μην κρατά συνεχώς κλειστή την πόρτα του διαλόγου με τον Βλαδίμηρο Πούτιν είναι ενδεικτική των εσωτερικών πιέσεων που δέχεται για μια σταδιακή αποκλιμάκωση της κατάστασης που θα μπορούσε να οδηγήσει τις δύο πλευρές σε μια μερική έστω ανακωχή, κάτι που εμφανίζεται εξαιρετικά απίθανο αυτή τη στιγμή.

Εάν επιβεβαιωθούν οι περισσότερες των δημοσκοπήσεων που προβλέπουν την επικράτηση των Ρεπουμπλικάνων στη Βουλή και την οριακή έστω (ίσως κατά ένα μόνο Γερουσιαστή) ανάκτηση του ελέγχου στη Γερουσία, τότε ανάλογα και με τη δυναμική που θα αναπτύξει η προεκλογική εκστρατεία επανόδου του κ. Τράμπ στο Λευκό Οίκο θα γίνουμε μάρτυρες σημαντικών αλλαγών ή μάλλον, ανακοπών παρά αναστροφών, ορισμένων από τις σημαντικότερες πρωτοβουλίες των Δημοκρατικών σε επίπεδο κλιματικής και ενεργειακής πολιτικής.

Η δομική διαφωνία Ρεπουμπλικάνων – Δημοκρατικών αναφορικά με τη σοβαρότητα της κλιματικής αλλαγής και η ιδεοληπτική στάση ορισμένων Δημοκρατικών κύκλων εναντίον του ρόλου των ΗΠΑ ως του κορυφαίου παραγωγού υδρογονανθράκων στον κόσμο μπορεί να έχει αμβλυνθεί από τις συνέπειες του ρωσοουκρανικού πολέμου και τη συνεχή άνοδο των αμερικανικών εξαγωγών ΥΦΑ αλλά οι Δημοκρατικοί και ο Μπάϊντεν προσωπικά είναι πολιτικά ευάλωτοι στο επιχείρημα ότι οι πολιτικές υποεπένδυσης στην παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου που ενίσχυσαν κατά την πρώτη διετία της διακυβέρνησής τους ευθύνονται για τις υψηλές τιμές πετρελαίου στις αμερικανικές αντλίες. Καμία αμερικανική κυβέρνηση δεν πέρασε αλώβητη από μια ενεργειακή κρίση και το πολιτικό κόστος μπορεί να είναι ιδιαιτέρως βαρύ σε ορισμένες από τις αμφίρροπες πολιτείες.

Σε διεθνές επίπεδο η στάση της αμερικανικής κυβέρνησης δεν πρόκειται να μεταβληθεί ουσιωδώς, ωστόσο εάν ανακτήσουν τον έλεγχο και των δύο νομοθετικών σωμάτων της εξουσίας, οι Ρεπουμπλικάνοι θα μπλοκάρουν μια σειρά από πρωτοβουλίες των Δημοκρατικών που θεωρούνται ως μη φιλικές προς τη βιομηχανία πετρελαίου και ειδικότερα τις επιχειρήσεις που διαπρέπουν στον τομέα της υδραυλικής ρωγμάτωσης. Η δέσμευση του Μπάϊντεν λίγες ημέρες πριν τη λήξη της προεκλογικής του εκστρατείας το 2020 ότι θα παγώσει την αδειδότηση νέων περιοχών για την παραγωγή σχιστολιθικού πετρελαίου και φυσικού αερίου μπορεί πλέον να έχει παραπεμφθεί στις καλένδες αλλά παραλίγο να του κοστίσει την είσοδο του στο Λευκό Οίκο.

Κατ’ ελάχιστον μια Ρεπουμπλικανική Γερουσία θα ανασχέσει τις κλιματικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης αναστέλλοντας ή δυσχεραίνοντας τις προσπάθειες Μπαϊντεν να εφαρμόσει τις δεσμεύσεις που θα αναλάβει την επόμενη εβδομάδα η κυβέρνηση του στο COP27 και το COP28 όταν το 2023 και θα γίνει η πρώτη αξιολόγηση της συνθήκης των Παρισίων που υπογράφηκε το 2015 αλλά δεν εγκρίθηκε ποτέ από την αμερικανική Γερουσία.

Κατά μέγιστον μια Ρεπουμπλικανική Γερουσία μπορεί να επιλέγει μια πολύ πιο παρεμβατική ενεργειακή πολιτική υπέρ της περαιτέρω ανάπτυξης των αμερικανικών υδρογονανθράκων και ειδικότερα του ΥΦΑ προετοιμάζοντας το έδαφος για την εκ νέου αποχώρηση των ΗΠΑ από την κλιματική συνθήκη των Παρισίων, ενδεχόμενο που δεν μπορεί να αποκλεισθεί καθόλου εάν ο Τράμπ επανεκλεγεί το 2024.

*Ο δρ Θεόδωρος Τσακίρης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Γεωπολιτικής & Ενεργειακής Πολιτικής Πανεπιστημίου Λευκωσίας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr