Στην κορυφή της «ατζέντας» πολιτικών αλλά και ακαδημαϊκών κύκλων έχουν τοποθετηθεί οι προαναγγελθείσες αλλαγές στα ΑΕΙ, που έχουν ανεβάσει το «θερμόμετρο» στο χώρο των πανεπιστημίων της χώρας.

Μια διήμερη συζήτηση στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής με πρωτοβουλία του προέδρου της, πρώην πρύτανη του Πολυτεχνείου Κρήτης και πρώην υφυπουργού Παιδείας  Βασίλη Διγαλάκη, έφερε στην επιφάνεια σκέψεις, προτάσεις, διαφωνίες αλλά και ενστάσεις.

Την οπτική γωνία των πανεπιστημίων παρουσίασε σ αυτήν ο πρύτανης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου Ανδρέας Μπουντουβής, ενώ μίλησε και ο πρόεδρος της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης Περικλής Μήτκας.

«Είμαι σε θέση να σας πω ότι στα ελληνικά πανεπιστήμια υπάρχουν τεράστιες δυνάμεις που περιμένουν να απελευθερωθούν, για να δημιουργήσουν πολύ περισσότερα από όσα καταφέρνουν μέχρι τώρα, που όμως είναι σημαντικά και μας διατηρούν σε ικανοποιητικό επίπεδο από πλευράς διεθνούς αναγνώρισης» είπε στην ομιλία του ο κ. Μπουντουβής, ο οποίος πρόσφατα υπέγραψε την συμφωνία συνεργασίας του Ιδρύματος με το Columbia των ΗΠΑ για πρώτη φορά σε επίπεδο προπτυχιακών σπουδών.

«Οι μηχανισμοί που θα απελευθερώσουν αυτές τις δυνάμεις δεν χρειάζεται να ανακαλυφθούν. Έχουν ανακαλυφθεί αλλού. Κάποιοι από αυτούς είναι αυτοί που συζητάμε τώρα, για τη σύνδεση πανεπιστημίου και αγοράς εργασίας, αλλά πρέπει να προσαρμοστούν στα καθ’ ημάς, που αργήσαμε τόσο πολύ να ανακαλύψουμε την αξιολόγηση» ανέφερε.

«Σε εμάς που ανακαλύπτουμε με μεγάλη καθυστέρηση την πραγματική εξωστρέφεια και που η διεθνοποίηση των σπουδών μας είναι στα σπάργανα και που απέχουμε, χωρίς να είμαι σίγουρος ότι είμαστε έτοιμοι να ορίσουμε ουσιωδώς και πόσο μάλλον να διαχειριστούμε το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων, που, βεβαίως, είναι ζητούμενο και ίσως είναι ο βασικότερος μηχανισμός απελευθέρωσης των δυνάμεων» συνέχισε ο κ. Μπουντουβής.

Με «εντολή ψήφου» η διοίκηση στα ΑΕΙ

«Όλα αυτά συμβαίνουν ενώ το ελληνικό πανεπιστήμιο δεν έχει ακόμα οικοδομήσει στέρεη ακαδημαϊκή παράδοση και χρηματοδοτείται από την πολιτεία ως επαίτης υπό τις πληγηρές συνθήκες του δημόσιου λογιστικού και της αποδυνάμωσης του ακαδημαϊκού προσωπικού του, τόσο αριθμητικά όσο και δημογραφικά, και που υπονομεύεται από ακτιβισμό και ενδημική βία, η οποία με μοναδικά διεθνώς χαρακτηριστικά εκμεταλλεύεται την πολύπλευρα ανεπαρκή βούληση για την αντιμετώπισή της» είπε χαρακτηριστικά ο κ. Μπουντουβής.

«Δεδομένων των πραγματικών συνθηκών του ελληνικού πανεπιστημίου αυτών που προανέφερα και άλλων, η διοίκηση των πανεπιστημίων για να είναι αποδοτική, πρέπει να έχει ισχυρή και σαφή εντολή ψήφου από την ίδια την εκλέγουσα ακαδημαϊκή κοινότητα, της οποίας θα είναι ο εντολέας και στην οποία θα δίνει λογαριασμό όπως βέβαια και στην κοινωνία. Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου αναγκαία συνθήκη ενδεχομένως και ικανή συνθήκη, διαφορετικά ή άλλως πως ορισμένη διοίκηση θα είναι αχαμνή, επικίνδυνα εκτεθειμένη, σε πολύπλευρη αμφισβήτηση και κυρίως, δεν θα μπορεί να αποτελεί ηγεσία αναφοράς όταν η ισχύς των θεσμών δεν έχει ακόμα κερδίσει τη μάχη της υπεροχής έναντι της βαρύτητας του ρόλου και του κύρους των προσώπων» πρόσθεσε αναφερόμενος στις ειδήσεις των τελευταίων ημερών.

Ο πρύτανης του ΕΜΠ πρότεινε τελικά τη θεσμοθέτηση συνυπολογισμού στην αξιολόγηση της εξέλιξης των μελών ΔΕΠ (Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού), της ερευνητικής συνεργασίας με εταιρείες, της κατοχύρωσης και αξιοποίησης διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και της δημιουργίας spin-offs, την επέκταση δράσεων όπως οι μονάδες καινοτομίας και επιχειρηματικότητας, και τα γραφεία μεταφοράς τεχνολογίας και την αξιοποίηση της ‘δεξαμενής’ των Ελλήνων επιστημόνων-ερευνητών της διασποράς.  Ακόμη, την θεσμική κατοχύρωση της εμπλοκής των επιχειρήσεων σε προγράμματα διδακτορικών σπουδών, ώστε να διευκολύνεται η συμμετοχή των επιχειρήσεων, καθώς επίσης και να δημιουργούνται σημαντικά ερείσματα ενδιαφέροντος για τον επιχειρηματικό κόσμο.

Πρώτοι οι Μηχανικοί στην επιλογή σπουδών

Ο κ. Μήτκας από την πλευρά του ανέφερε ότι στη χώρα μας, σήμερα, λειτουργούν 24 πανεπιστήμια και η ΑΣΠΑΙΤΕ στα οποία προσφέρονται 430 προγράμματα προπτυχιακών σπουδών από 427 τμήματα, 1110 προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών και 291 προγράμματα διδακτορικών σπουδών. Το σύνολο των εγγεγραμμένων φοιτητών και φοιτητριών σε όλες τις βαθμίδες είναι περίπου 800 χιλιάδες, εκ των οποίων οι περίπου 680 χιλιάδες είναι προπτυχιακοί, το 85%.

Οι διδάσκοντες στα ελληνικά πανεπιστήμια είναι λίγο περισσότεροι από 10.000 άτομα κάτι που ανεβάζει την αναλογία των φοιτητών ανά διδάσκοντα σχεδόν στους 40 ( υψηλή τιμή και μακράν την υψηλότερη μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ). Βέβαια στη χώρα μας να αναφερθεί ότι υπολογίζουμε σε αυτές τις αναλογίες το σύνολο των εγγεγραμμένων φοιτητών και όχι μόνο τους ενεργούς.

Όπως ανέφερα στατιστικά ο κ. Μήτκας ένας στους πέντε φοιτητές – φοιτήτριες στη χώρα μας σπουδάζουν σε τμήματα μηχανικών και αυτό οφείλεται κυρίως στα πολλά τμήματα από τα πρώην ΤΕΙ που είχαν σαφώς τεχνολογική κατεύθυνση. Ένας στους πέντε νέους και νέες διοίκηση επιχειρήσεων και νομικές σπουδές.  Το 13% σπουδάζει τέχνες και ανθρωπιστικές επιστήμες, άλλο ένα περίπου  13%, κοινωνικές επιστήμες, δημοσιογραφία και πληροφόρηση. Οι φυσικές επιστήμες, μαθηματικά, στατιστική βρίσκεται στο 10%, το 8% των φοιτητών και φοιτητριών της χώρας σπουδάζουν επιστήμες υγείας και κοινωνικής πρόνοιας. Η εκπαίδευση βρίσκεται στο 5%, η γεωπονία, δασοπονία και τα λοιπά στο 4% και η πληροφορική στο 3,5%. Βέβαια στις επιστήμες μηχανικού υπάρχουν πολλά τμήματα που εκπαιδεύουν μηχανικούς πληροφορικής. Ένα μεγάλο κομμάτι των φοιτητών στοχεύει στην εκπαίδευση μετά την αποφοίτησή του.

Πολλοί μπαίνουν, λίγο αποφοιτούν

Στην ετήσια έκθεση της Αρχής για το 2020 που θα κατατεθεί μέχρι το τέλος του χρόνου στη Βουλή αποτυπώνονται, όπως είπε ο κ. Μήτκας, οι διεθνείς εξελίξεις της ανώτατης εκπαίδευσης και παρουσιάζεται η θέση της Ελλάδας σε σχέση με χώρες μέλη του ΟΟΣΑ. Κάποια σημεία, συμπεράσματα από αυτή την έκθεση είναι ότι το ποσοστό κατόχων πτυχίου ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα και διεθνώς σημειώνει διαχρονική αύξηση. Στην Ελλάδα, στις ηλικίες 25 έως 34, βρίσκεται κοντά στο μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, στο 42% έναντι του 45% του ΟΟΣΑ. Αντίθετα στις ηλικίες 25 ως 64, δηλαδή αν περιλάβουμε και μεγαλύτερες ηλικίες, το ποσοστό των κατόχων πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης υπολείπεται. Είναι στο 32% έναντι 40% στις χώρες του ΟΟΣΑ. Οι γυναίκες με πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης υπερτερούν αριθμητικά των ανδρών και στην Ελλάδα κατά 15% και διεθνώς.

Η απασχόληση των πτυχιούχων στην Ελλάδα, όμως, βρίσκεται σημαντικά χαμηλότερα από ότι στις χώρες της Ευρώπης και του ΟΟΣΑ. Στους πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ηλικίας 25 έως 64 είναι στο 76% η απασχόληση. Μεταξύ των νέων αποφοίτων, στις ηλικίες δηλαδή 25 έως 34 πέφτει λίγο περισσότερο. Η απασχόληση είναι στο 73%. Απέχει περίπου 12 ποσοστιαίες μονάδες από το μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Φυσικά είναι και αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης που βιώνει η χώρα.

Βέβαια, ο φοιτητικός πληθυσμός στην Ελλάδα παραμένει μεταξύ των μεγαλύτερων στις χώρες της Ευρώπης και του ΟΟΣΑ,   ο αριθμός των αποφοίτων είναι χαμηλότερος. Το 2019 – 20 μάλιστα, ενώ εισήχθησαν περίπου 87.000 νέοι φοιτητές στο σύνολο των ελληνικών πανεπιστημίων και των ΤΕΙ αποφοίτησαν την ίδια χρονιά περίπου 44.000.

Ο κ. Μήτκας βασιζόμενος στα στοιχεία της Αρχής για το 2021 ανέφερε ότι το διδακτικό προσωπικό στην Ελλάδα παραμένει το πλέον ολιγάριθμο σε σχέση με τον φοιτητικό πληθυσμό και παρουσιάζει τη δυσμενέστερη αναλογία μεταξύ γυναικών και ανδρών, μεταξύ των χωρών της Ευρώπης και του ΟΟΣΑ.

«Οι διδάκτορες νέοι ερευνητές στην Ελλάδα μεταναστεύουν προς αναζήτηση σταθερής απασχόλησης στο αντικείμενό τους, ενώ σημειώνουν το έλλειμμα καινοτομίας και αντίστοιχων θέσεων στις ελληνικές επιχειρήσεις σε ερωτηματολόγια σε έρευνες που έχουν γίνει»

Ένας στους τέσσερις  αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα

Όπως εξήγησε ο κ. Μήτκας, σε ποσοστό περίπου ένας στους τέσσερις, οι μεταδιδάκτορες δήλωσαν ότι αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα προκειμένου να μπορέσουν να συμμετάσχουν σε συγκεκριμένη δράση χρηματοδοτούμενη από το ΕΛΙΔΕΚ που στηρίζει την απασχόλησή τους, εκπαιδευτικά και ερευνητικά, στα πανεπιστήμια. Αξίζει να αναφερθεί ότι η εν λόγω δράση απέτρεψε την αναζήτηση απασχόλησης στο εξωτερικό για έναν στους τρεις, αλλά περίπου λίγο πάνω από τον έναν στους τρεις δήλωσε πως συνεχίζει να σκέφτεται αυτό το ενδεχόμενο. Οι τρεις πιο σημαντικοί λόγοι είναι η αναζήτηση συγκεκριμένου είδους απασχόλησης με ερευνητικό ακαδημαϊκό αντικείμενο η υφιστάμενη κατάσταση στη χώρα και οι προοπτικές επαγγελματικής σταδιοδρομίας.

Όπως εξήγησε ο κ. Μήτκας το επόμενο διάστημα, θα γίνει πιστοποίηση των νέων προγραμμάτων προπτυχιακών σπουδών που προέκυψαν από τις συγχωνεύσεις των πρώην ΤΕΙ με τα πανεπιστήμια.

Στην ομιλία του, κ. Διγαλάκης, σημείωσε ότι πριν από 20 χρόνια κανείς από τους οραματιστές της τεχνολογίας δεν είχε προβλέψει αυτά τα οποία βλέπουμε και βιώνουμε σήμερα, ενώ αντίστοιχα, σήμερα, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει, ποια θα είναι τα επαγγέλματα του μέλλοντος. Γι’ αυτό όπως συμπλήρωσε, προκύπτουν πολύ μεγάλες προκλήσεις στον τρόπο με τον οποίο τα πανεπιστήμια θα συνδεθούν με την οικονομία. Πρώτον, ποια εφόδια, ποιες γνώσεις, ποιες δεξιότητες πρέπει να δώσουν τα πανεπιστήμια στους φοιτητές για να μπορέσουν να ανταποκριθούν και να ενταχθούν στον παραγωγικό ιστό. Και δεύτερον, πώς θα γίνει η μεταφορά της γνώσης που παράγεται στα πανεπιστήμια στην πραγματική οικονομία και προς όφελος της κοινωνίας.

Ο κ. Διγαλάκης μίλησε ακόμη για τη σημασία της μεταφοράς της γνώσης και της τεχνολογίας στην πραγματική οικονομία για την οποία, όπως είπε, η χώρα μας έχει πολύ δρόμο ακόμα μπροστά της, ενώ έδωσε και συγχαρητήρια στο Πολυτεχνείο για επίσημη συμφωνία με το Columbia University για την παροχή διπλού πτυχίου.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr