Μικροί μεγάλοι γίνανε μαυραγορίτες όλοι / κι αφήσαν όλο τον ντουνιά με δίχως πορτοφόλι. / Ακόμα κι οι γυναίκες τους τη μαύρη κυνηγάνε / τσάντες τσουβάλια κουβαλούν, κανέναν δε ψηφάνε. / Πρωί και βράδυ τρέχουνε στους δρόμους σαν κοράκια / πελάτες ψάχνουν για να βρουν, να γδάρουνε κορμάκια. / Πουλήσαμε τα σπίτια μας και τα υπάρχοντά μας / για δυο ελιές κι ένα ψωμί, να φάνε τα παιδιά μας.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΝΙΤΣΑΡΗΣ Ρεμπέτικα της Κατοχής

Στον θρυλικό «Θίασο» (1975) του Θόδωρου Αγγελόπουλου υπάρχει μια ενότητα σκηνών (σεκάνς) που χαράσσεται ανεξίτηλα στη μνήμη σου, ιδίως εάν έχεις την τύχη να την παρακολουθήσεις, όπως εγώ, κατά την εύπλαστη περίοδο της εφηβείας σου. Στην κατοχική Αθήνα, με τους έφιππους ιταλούς καραμπινιέρους να περιπολούν στους έρημους δρόμους και τα κάρα του δήμου να κουβαλούν νεκρούς από ασιτία, μια όμορφη νέα κοπέλα, μέλος ενός θεατρικού μπουλουκιού, βαδίζει βιαστικά κρατώντας ένα άδειο μπουκάλι στο χέρι. Κατευθύνεται προς ένα σπίτι, από εκείνα τα ταλαιπωρημένα νεοκλασικά, ανεβαίνει την εξωτερική σκάλα και κρυφοκοιτάζει από ένα παράθυρο τρεις άνδρες γύρω από ένα τραπέζι: έναν μαυραγορίτη, έναν γκεσταπίτη κι έναν ακόμη συνεργάτη των κατακτητών. Ο μαυραγορίτης την αντιλαμβάνεται και της κάνει νόημα ότι θα έρθει να την βρει. Η κοπέλα επιστρέφει στην κεντρική είσοδο του σπιτιού, χτυπάει συνθηματικά την πόρτα και ο μαυραγορίτης της ανοίγει. Την κατεβάζει στο κελάρι του και της γεμίζει το μπουκάλι με λάδι. Κατόπιν κάθεται σε μια κουνιστή καρέκλα (πλάτη προς την κάμερα) και παίρνει μάτι την κοπέλα, ενόσω η ίδια γδύνεται και, κρατώντας σφιχτά το μπουκάλι με το λάδι μπροστά στο γυμνό στήθος της, τραγουδάει μια γλυκερή ρομαντική επιτυχία της εποχής. Από τις κινήσεις του και, κυρίως, την ολοένα και πιο βαριά του ανάσα αντιλαμβανόμαστε ότι ο μαυραγορίτης αυνανίζεται. Επειτα βλέπουμε την κοπέλα να βγαίνει από το σπίτι, να εμφανίζονται δύο άνδρες με καμπαρντίνες και (εκτός κάδρου) να ακούγονται δύο πυροβολισμοί. Η κάμερα – όπως και η κοπέλα – στρέφεται προς την πηγή των πυροβολισμών και αντικρίζει ανέκφραστη τον μαυραγορίτη να κείτεται νεκρός στο έδαφος. Γυρίζει βιαστικά στο δικό της καταφύγιο και ακουμπάει το μπουκάλι πάνω στο τραπέζι. Ολο το μπουλούκι κοιτάζει εκστασιασμένο το πολύτιμο απόκτημα: το λάδι.

Η σεκάνς μάς προσφέρει συμπυκνωμένα όλα τα στοιχεία του δράματος, αλλά δεν μας αποκαλύπτει την αμφίθυμη σχέση των αρχών κατοχής με τους μαυραγορίτες. Εξυπακούεται ότι οι περισσότεροι, εάν όχι όλοι οι μαυραγορίτες δρούσαν με την ανοχή, ενίοτε και με τη συνεργασία των αρχών κατοχής – σίγουρα έδιναν στις αρχές ένα σεβαστό μέρος από τα κέρδη τους – αλλά δεν εξασφάλιζαν και κάποια εγγύηση ότι μια ωραία πρωία δεν θα βρεθούν κρεμασμένοι από κάποιον φανοστάτη, ως αλγεινή προειδοποίηση για όσους εκμεταλλεύονται τον λαό που πένεται και ως αποποίηση ευθυνών των αρχών για τα οικονομικά του δεινά. Ασφαλώς βρίσκονταν και πάνω πάνω στη λίστα προγραφών των ανταρτών, ανεξαρτήτως ιδεολογικού προσανατολισμού των τελευταίων. Σε ημέρες εμφυλίου σπαραγμού πυροδοτούσαν μια σπάνια εθνική ομοψυχία εναντίον τους· μια παλλαϊκή απέχθεια. Ο λόγος είναι προφανής: όταν εκμεταλλεύεσαι την απελπισία των συνανθρώπων σου, δεν αναμένεις έλεος ούτε από εκείνους που καρπώνονται μαζί σου τα κέρδη. Σε σιχαίνεται και το πετσί σου. Δεν ζούμε σε ανάλογα σκοτεινούς καιρούς, ούτε αντιμετωπίζουμε ανάλογα σκληρά διλήμματα. Εάν όμως βάλουμε στη θέση της ανάγκης την ευπιστία, θα αντιληφθούμε ότι και στα σημερινά ψηφιακά θερμοκήπια, όπου καλλιεργούνται πλαστά πιστοποιητικά εμβολιασμού και σκουπιδόχαρτα για τα δικαστήρια, βλασταίνει ο ίδιος σπόρος απανθρωπιάς.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr