Η Άνγκελα Μέρκελ (πιο σωστά Ανγκέλα –η ίδια πάντα επέμεινε ότι το όνομά της τονίζεται στην παραλήγουσα με το “e” να είναι μακρό), ετοιμάζεται να αφήσει την καγκελαρία, ύστερα από μια μακρά σχεδόν 16ετή θητεία. Βεβαίως δεδομένου ότι και πάλι η Γερμανία ετοιμάζεται για διαπραγμάτευση για κυβέρνηση συνασπισμού είναι πιθανό να μείνει για ένα διάστημα ακόμη. Όμως, σε κάθε περίπτωση κάποια στιγμή η θητεία της στην καγκελαρία – η τρίτη μεγαλύτερη στην ιστορία της Γερμανίας αφού ξεπέρασε αυτή του Κόνραντ Αντενάουερ αλλά όχι αυτή του Χέλμουτ Κολ ή τα 22 χρόνια του Ότο φον Μπίσμαρκ – θα έχει τελειώσει.

Το βασικό επίτευγμα της Μέρκελ ήταν ότι… ήταν η Μέρκελ

Εάν κανείς προσπαθήσει να σκεφτεί ποιο είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα της Ανγκέλα Μέρκελ, θα δυσκολευτεί να σκεφτεί μία πολιτική ή μια μεγάλη θεσμική μεταρρύθμιση. Σε μεγάλο βαθμό το βασικό της επίτευγμά ήταν ότι ήταν εκεί και μπορούσε να ηγείται της Γερμανίας – και ως έναν βαθμό της Ευρώπης – με τον δικό της τρόπο.

Η Μέρκελ δεν συνδέθηκε με κάποια μείζονα αλλαγή της γερμανικής οικονομίας. Ούτως ή άλλως ο τελευταίος κύκλος μεταρρυθμίσεων είχε γίνει από τον προκάτοχό της Γκέρχαρντ Σρέντερ που παρότι σοσιαλδημοκράτης πέρασε αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, μάλλον νεοφιλελεύθερης έμπνευσης, που έδωσαν στη Γερμανία εκείνο το «δυϊσμό» στην αγορά εργασίας που επέτρεπε να συνyπάρχουν καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας στη μεγάλη βιομηχανία με ένα φάσμα επισφαλών εργασίας σε διάφορες μορφές σε άλλους κλάδους.

Ακόμη και στην Ευρώπη, πέραν της ολοκλήρωσης της Συνθήκης της Λισαβόνας – που βέβαια σε μεγάλο βαθμό πάτησε πάνω στην προεργασία για τη Συνταγματική Συνθήκη – στις μέρες της Μέρκελ κυρίως προωθήθηκαν μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας εντός του Συμφώνου Σταθερότητας, του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και του ‘Six Pack’.Μόνο προς το τέλος υπήρξε το Ταμείο Ανάκαμψης και αυτό με αρκετές τροποποιήσεις από τις χώρες που ήταν αντίθετες σε αυτού του είδους την αύξηση της ευρωπαϊκής δαπάνης. Όμως, όλες οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις για τον εκδημοκρατισμό της Ένωσης, την αντιμετώπιση της κρίσης νομιμοποίησης και την πραγματική σύγκλιση, έμειναν στο επίπεδο των διακηρύξεων που απλώς η εκάστοτε ηγεσία της ΕΕ μετέφερε ως πρόκληση στην επόμενη.

Όμως, την ίδια στιγμή ως προς τη διαχείριση κρίσεων, είτε στη Γερμανία είτε στην Ευρώπη, δεν ήταν λίγοι αυτοί που έβλεπαν την πάντα χαμηλών τόνων και με καθησυχαστική φωνή Μέρκελ ως το «σίγουρο χέρι στο τιμόνι». Αυτό που έδινε την αίσθηση ότι την κρίσιμη στιγμή θα μπορούσε να βρει την καλύτερη λύση που θα διαμόρφωνε μια ισορροπία υπέρ κάποιας εκδοχές λύσης.

Μια πολιτική διαδρομή σταθερής ανόδου

Το βασικό αρχικό πολιτικό προσόν της Ανγκέλα Μέρκελ ήταν η καταγωγή της. Προερχόταν από την Ανατολική Γερμανία, ήταν κόρη ενός μάλλον αριστερού πάστορα αλλά χωρίς ταύτιση με το καθεστώς και ενώ πριν δεν είχε πολιτική δράση (κυρίως είχε μια επιστημονική καριέρα) με την ενοποίηση επέλεξε να έχει δράση με την Χριστιανοδημοκρατία.

Ταυτόχρονα, χωρίς να είναι χαρισματική ομιλήτρια ικανή να εμπνέει με το όραμά της, έδειξε από πολύ νωρίς μια ικανότητα να έχει αρκετή δημοφιλία να ελίσσεται αποτελεσματικά μέσα στο κόμμα της και να εκμεταλλεύεται ευκαιρίες όπως ήταν η αναγκαστική απόσυρση του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε από την ηγεσία ύστερα υπό το βάρος του σκανδάλου των δωρεών στην CDU

Όμως, για να είμαστε δίκαιοι ταυτόχρονα οι δικές της τοποθετήσεις την έκαναν να είναι ένα πρόσωπο που μπορούσε να εκπροσωπεί την επόμενη γενιά της Χριστιανοδημοκρατίας. Με μεγαλύτερη συμπάθεια για την αγορά αλλά και έγνοια για το περιβάλλον, πιο κοντά σε έναν αμερικανικό φιλελευθερισμό παρά σε έναν γερμανικό κοινωνικό συντηρητισμό, με περισσότερο ευρωπαϊσμό παρά γερμανικό εθνικισμό, με μια ήπια χριστιανική ταυτότητα και το στοιχείο αλληλεγγύης που τη συνοδεύει αλλά με μεγαλύτερη ανεκτικότητα π.χ. στους αμερικανικού πολέμους (άλλωστε είχε υποστηρίξει τον πόλεμο στο Ιράκ) και κυρίως με έναν οικείο και συγκαταβατικό τόνο που μπορούσε να κερδίζει τα ακροατήριο από ό,τι π.χ. το πλεόνασμα τεστοστερόνης αρκετών αντιπάλων της, η Μέρκελ ήταν το κοντινότερο σε χαρισματική ηγεσία που μπορούσε να είχε η γερμανική κεντροδεξιά.

Αυτό σε συνδυασμό με ορισμένες καθαρά συγκυριακές παραμέτρους (πολύ λίγο καλύτερα να είχε πάει η SPD στις εκλογές του 2005 και προφανώς πρωθυπουργός θα ήταν ο Σρέντερ, η Μέρκελ θα ήταν υπαρχηγός της κυβέρνησης και δεν θα ήταν καθόλου δεδομένο ότι θα είχε την ίδια πορεία), της εξασφάλισαν αυτή τη ζηλευτή κυβερνητική πορεία.

Η επιμονή στην Ευρώπη

Η Μέρκελ διεκδίκησε πάντα μια ευρωπαϊκή ταυτότητα. Η αλήθεια είναι ότι δεν συνδέθηκε με κάποια μεγάλη τομή στην πορεία της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης. Συγκριτικά και ο Αντενάουερ και Χέλμουτ Σμίτ και κυρίως ο Χέλμουτ Κολ συνδέθηκαν με σημαντικές θεσμικές τομές.

Όμως, η Μέρκελ ήταν αυτή που κυρίως εξασφάλισε ότι τα στοιχεία κρίσης του «ευρωπαϊκού οικοδομήματος» δεν μετατράπηκαν και σε διαδικασία διάλυσης.

Αυτό φάνηκε σε διάφορες φάσεις. Η πρώτη ήταν όταν η οικονομική κρίση του 2008 μετατράπηκε και σε κρίση το ευρώ. Το γεγονός ότι μπόρεσε να περάσει τα Μνημόνια αντί για προτάσεις αποπομπής προσμετράται από αρκετούς στη συνεισφορά της. Βεβαίως, αυτό δεν αναιρεί ότι τα ίδια τα μέτρα είχαν τεράστιο κοινωνικό κόστος, απέπνεαν συχνά τιμωρητική λογική και καθοδηγούνταν από μια «γερμανική» λογική δημοσιονομικής πειθαρχίας που συχνά είχε περισσότερο να κάνει με μια σχεδόν ηθικολογική (και κάπως αποικιοκρατική ως προς το πώς αντιμετώπιζε τον Ευρωπαϊκό Νότο) αντίληψη της «συνετής διαχείρισης» παρά με την πραγματικότητα της οικονομίας.

Στη δεύτερη φάση ο χειρισμός ήταν σε αντίστροφη κατεύθυνση. Ενώ η Μέρκελ το 2015 φάνηκε να υπερασπίζεται ένα ευρωπαϊκό κεκτημένο ως προς τα δικαιώματα και το κράτος δικαίου υποστηρίζοντας ότι η Γερμανία και κατ’ επέκταση η Ευρώπη θα έπρεπε να δεχτεί μεγάλους αριθμούς προσφύγων, αργότερα θα συμβιβαστεί με ένα αντιμεταναστευτικό και αντιπροσφυγικό κλίμα όπως φάνηκε στην επιστροφή σε μια λογική «κλειστών συνόρων» και «Ευρώπης-Φρούριο».

Ωστόσο, την ίδια στιγμή παρά τον ευρωπαϊσμό της η Μέρκελ δεν μπόρεσε να προωθήσει κάποια συζήτηση για το αύριο της Ευρώπης ή για το πώς θα αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της ένωσης. Απλώς αποδείχτηκε ικανή στο να κάνει μια σχεδόν διαχρονική «διαχείριση κρίσεων».

Το ισχυρό σημείο της εντός Γερμανίας: η οικονομία

Το εάν η Μέρκελ κατάφερε να συνδεθεί με μια αίσθηση «σταθερού χεριού στο τιμόνι» είχε να κάνει και με την οικονομία. Η Γερμανική οικονομία απέφυγε να έχει μια μεγάλη ύφεση (πλην του 2009)και μπόρεσε στα χρόνια της Μέρκελ να διατηρήσει κάποιου είδους ανάπτυξη και κυρίως να μην έχει υψηλή ανεργία. Αντιθέτως η περίοδος Μέρκελ γενικά ταυτίστηκε με την αύξηση της απασχόλησης και την υποχώρηση της ανεργίας.

Βεβαίως αυτό είχε να κάνει με δύο κρίσιμες παραμέτρους. Η πρώτη ήταν οι μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας, στην κατεύθυνση της μεγαλύτερης ευελιξίας που είχαν προηγηθεί και η οποία επέτρεψε μια παράλληλη δημιουργία θέσεων επισφαλών θέσεων εργασίας όχι απαραίτητα με πολύ υψηλές απολαβές.

Η άλλη ήταν το ευρώ: σε όλη την περίοδο εφαρμογής του Ευρώ, η Γερμανία ευνοήθηκε από τους ευνοϊκούς όρους εμπορίου και συναλλαγών που έφερε το κοινό νόμισμα για μια χώρα όπως η Γερμανία.

Και ο λόγος είναι ότι ενιαίο νόμισμα σε μια περιοχή που χαρακτηρίζεται από ανισότητες ως προς την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα, σημαίνει ότι οι χώρες υψηλότερης παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας έχουν ένα επιπλέον ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με το ότι δεν αντιμετωπίζουν ενδεχόμενες υποτιμήσεις από χώρες μικρότερης παραγωγικότητας. Ουσιαστικά, το ευρώ διαμόρφωνε μια άνιση συνθήκη υπέρ της γερμανικής οικονομίας σε διάφορα επίπεδα.

Ωστόσο, για την γερμανική κοινωνία αυτό που μετρούσε ήταν ότι υπήρχαν δουλειές και τα περισσότερα νοικοκυριά είδα την οικονομική τους κατάσταση να βελτιώνεται.

Η δύσκολη κληρονομιά

Ακριβώς επειδή η μεγαλύτερη συνεισφορά της Μέρκελ ήταν ότι διαχειρίστηκε προβληματικές καταστάσεις παρά η επίλυση προβλημάτων, η κληρονομιά που αφήνει είναι αρκετά δύσκολη.

Και αυτό γιατί η Γερμανία είναι μια χώρα με μεγάλα προβλήματα, που απλώς έχει αναβάλει για χρόνια την αναμέτρηση με αυτά. Και πλέον, η επόμενη κυβέρνηση και όποιος βρεθεί στην καγκελαρία θα πρέπει να αναμετρηθεί με αυτά.

Υπάρχει καταρχάς το πρόβλημα των γερμανικών υποδομών. Παρότι σήμα κατατεθέν του «γερμανικού οικονομικού θαύματος» οι καλές υποδομές εδώ και χρόνια έχουν σημαντικές φθορές, την ώρα που εξελίξεις όπως η κλιματική αλλαγή δημιουργούν νέες απαιτήσεις (όπως φάνηκε και στις καταστροφικές πλημμύρες του καλοκαιριού). Όμως, αυτό σημαίνει και αύξηση της δημόσιας δαπάνης σε μια χώρα που σε γενικές γραμμές έχει πάντα συμπάθεια για τη λιτότητα.

Έπειτα, παρότι η ίδια η Μέρκελ επέμεινε στην ανάγκη της Πράσινης Μετάβασης, η ίδια η γερμανική βιομηχανία είναι γέννημα μιας προηγούμενης βιομηχανικής εποχής. Η μετάβαση για παράδειγμα στα ηλεκτρικά οχήματα –  η γερμανική κυβέρνηση θέλει 14 εκατομμύρια ηλεκτρικά οχήματα στους γερμανικούς δρόμους μέχρι το 2030 – μπορεί τελικά να σημαίνει το τέλος όλου του τμήματος της γερμανικής βιομηχανίας που ασχολιόταν με τους κινητήρες εσωτερικής καύσης. Προφανώς πολλές δουλειές θα διατηρηθούν για τα υπόλοιπα τμήματα των αυτοκινήτων, ενώ θα δημιουργηθούν και νέες σε κλάδους όπως η παραγωγή μπαταριών, όμως το πρόβλημα παραμένει. Η Γερμανία ήταν μια χώρα της βαριάς βιομηχανίας σε μια εποχή που αυτή αλλάζει ριζικά.

Έπειτα υπάρχει το ίδιο το θέμα της ταυτότητας της γερμανικής κοινωνίας. Χώρα εκ των πραγμάτων πολυπολιτισμική αλλά και με έντονη εθνική ταυτότητα, εξακολουθεί να αναζητά ταυτότητα, με τον πειρασμό μιας πιο «ταυτοτικής» γραμμής πάντα να επανέρχεται, με δεδομένη και την παρουσία της Ακροδεξιάς.

Από την άλλη, δεν παύει να είναι μια χώρα αρκετά αντιφατική, όπως δείχνει ο κατακερματισμός του πολιτικού συστήματος, το γεγονός ότι είχε συγκριτικά εντονότερη αμφισβήτηση πλευρών της διαχείρισης της πανδημίας ή μια νεολαία που δείχνει να μην μπορεί να εμπνευστεί από το πολιτικό σύστημα.

Το εάν θα κινηθεί σε μια κατεύθυνση μεγαλύτερης συμπερίληψης ή συνοχής θα είναι από τις προκλήσεις της επόμενης μέρας και θα κριθεί και από το πώς θα εξελιχθεί το γερμανικό «κοινωνικό μοντέλο».

Και βέβαια η Γερμανία εξακολουθεί να ταλαντεύεται σε σχέση με την ίδια την Ευρώπη. Με έναν τρόπο εξακολουθεί να φέρεται ως εάν να θέλει ταυτόχρονα να απολαμβάνει τα οικονομικά οφέλη της ευρωπαϊκής ηγεσίας και να αποφεύγει τα κόστη που η ανάληψη αυτού του ρόλου συνεπάγεται.

Ένας απρόθυμος ηγεμόνας που μπορεί να έχει σημαντικά οφέλη για την οικονομία του, αλλά δεν επιθυμεί να συμβάλει πιο αποφασιστικά στην πραγματική σύγκλιση, στη διαμόρφωση ενός πιο δημοκρατικού πλαισίου ή στην προσπάθεια για στοιχεία ενός «ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους».

Μόνο που αυτή η αντίφαση δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ, ιδίως όταν εν απουσία μιας πιο σαφούς και προωθητικής ηγεσίας το αποτέλεσμα είναι άλλοι πόλοι μέσα στην ΕΕ να μπορούν να εκβιάσουν στη δική τους κατεύθυνση, όπως φάνηκε σε ζητήματα όπως το προσφυγικό ή το Ταμείο Ανάκαμψης.

Όμως, το πιο πιθανό είναι η επόμενη γερμανική κυβέρνηση να είναι περισσότερο στραμμένη στην εσωτερική ανασυγκρότηση της Γερμανίας παρά στην επιδιόρθωση του Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr