«Παρά την αποπνικτική ζέστη και την εξίσου ασφυκτική παρουσία μαχητών των Ταλιμπάν, μια μικρή, πολύχρωμα ντυμένη ομάδα γυναικών περπατά αποφασιστικά σε έναν δρόμο της Καμπούλ. Κατεύθυνση: το προεδρικό μέγαρο, το οποίο έχει εκκενωθεί εδώ και τρεις εβδομάδες από τους κατόχους του και φυλάσσεται τελετουργικά από τα μέλη του εξτρεμιστικού κινήματος που έχει καταλάβει τον έλεγχο της χώρας.

Εξοπλισμένες με μεγάφωνα και πανό πάνω στα οποία έχουν γράψει συνθήματα στα περσικά και τα αγγλικά, εγκαλούν τους νέους επικεφαλής και τη διεθνή κοινότητα: «Παιδεία, εργασία, ελευθερία!», «Θέλουμε ανθρώπινα δικαιώματα», απαιτούν εν χορώ.

Με γυαλιά ηλίου στη μύτη και λαμπερές μαντίλες σπρωγμένες προς το πίσω μέρος της κεφαλής, που αποκαλύπτουν μαλλιά με ξανθές ή χάλκινες αποχρώσεις, περνούν το μικρόφωνο η μία στην άλλη: «Οι γυναίκες έχουν πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα!», προειδοποιούν υπό το περίεργο βλέμμα των περαστικών, κάποιοι από τους οποίους έχουν πάρει πρωτοβουλία να αφήσουν τα γένια τους να μεγαλώσουν, ως ασπίδα απέναντι σε τυχόν αντίποινα…».

Η συνέχεια του ρεπορτάζ της «Figaro» είναι γνωστή: Ταλιμπάν εφόρμησαν και διέλυσαν τη διαμαρτυρία που πραγματοποιήθηκε στην Καμπούλ το Σάββατο, εκτοξεύοντας δακρυγόνα, πυροβολώντας στον αέρα, ξυλοκοπώντας διαδηλώτριες και δημοσιογράφους. Την επομένη, βέβαια, ο λαλίστατος εκπρόσωπος του κινήματος Ζαμπιχουλάχ Μουτζαχίντ διαβεβαίωσε τη διεθνή κοινότητα πως τέσσερις άνδρες που είχαν κακομεταχειριστεί τις γυναίκες συνελήφθησαν, ήταν από ένα φυλάκιο ελέγχου, λέει, και δεν γνώριζαν· δεν είναι όμως τώρα καιρός για διαδηλώσεις, πρόσθεσε, ας είναι υπομονετικές οι γυναίκες, ας περιμένουν να αναλάβει η νέα κυβέρνηση «και μετά μπορούν να εγείρουν αξιώσεις». «Η διεθνής κοινότητα έφυγε, αλλά πρέπει να μας βοηθήσει να διατηρήσουμε τα δικαιώματά μας! Ειδάλλως, μόλις οι κάμερες του κόσμου ολόκληρου στρέψουν την προσοχή τους κάπου αλλού, οι Ταλιμπάν θα κάνουν ό,τι θέλουν», δήλωνε περίπου την ίδια ώρα στην ανταποκρίτρια της γαλλικής εφημερίδας μία από τις συμμετέχουσες στη διαδήλωση, η Ταμίνα, στη διάρκεια μιας μυστικής συγκέντρωσης ακτιβιστριών σε ένα διαμέρισμα έξω από το κέντρο της Καμπούλ.

Η Ταμίνα, η Ταρανόμ, η Ραχίλα, η Μαντίνα, η Μασούμα σκοπεύουν να διοργανώσουν και άλλες διαμαρτυρίες, δεν εννοούν να δεχθούν αυτόν τον «αργό θάνατο» που σχεδιάζουν – είναι βέβαιες για αυτό – να τους επιφυλάξουν οι Ταλιμπάν. Η διεθνής κοινότητα τις παρακολουθεί με αυτό το μείγμα θαυμασμού και υπεροψίας στο οποίο διαπρέπει: όσο μένουν στην υπανάπτυκτη χώρα, όπου είχαν την ατυχία να γεννηθούν, όσο το επιτρέπουν τα δικά της συμφέροντα και όσο είναι στραμμένες στο Αφγανιστάν «οι κάμερες του κόσμου ολόκληρου», θα τις στηρίξει ολόψυχα.

Αν θέλαμε να είμαστε ειλικρινείς, βέβαια, θα αναγνωρίζαμε πως δεν μας ενδιαφέρουν πραγματικά οι Αφγανές, όπως δεν μας ενδιαφέρουν και οι (μη Ταλιμπάν) Αφγανοί, αλλά μόνο το να μη μας εξάγει η χώρα πρόσφυγες (και ισλαμιστική τρομοκρατία). Και αν ήμασταν λιγότερο αλαζόνες, θα βλέπαμε πως οι Ταλιμπάν δεν ευδοκιμούν μόνο στην Κεντρική / Νότια Ασία, αλλά και στην άγρια Δύση. Ναι, έχει μια δόση υπερβολής αυτή η προηγούμενη πρόταση, προφανώς, στήλη γράφουμε, δεν καταθέτουμε σε δικαστήριο.

Τηρουμένων των αναλογιών, ωστόσο, «ταλιμπανικής» έμπνευσης είναι ο νόμος που τέθηκε σε ισχύ την περασμένη Τετάρτη στο Τέξας, επειδή το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ αρνήθηκε να τον μπλοκάρει, απαγορεύοντας σχεδόν όλες τις αμβλώσεις, ακόμα και τον τερματισμό κυήσεων που έχουν προκύψει από αιμομιξία ή βιασμό, μόλις συμπληρωθούν έξι εβδομάδες, σε ένα στάδιο δηλαδή που πολλές γυναίκες δεν έχουν καν αντιληφθεί πως είναι έγκυοι, και αναβιώνοντας τον δοξασμένο από τα σπαγκέτι γουέστερν θεσμό των bounty hunters, των «κυνηγών κεφαλών»: σε μια προσπάθεια να παρακάμψουν όλες τις εν δυνάμει ενστάσεις των αμερικανικών δικαστηρίων και να κάνουν πιο εύκολη τη δουλειά των υπερσυντηρητικών δικαστών που όρισε ο Τραμπ στο Ανώτατο Δικαστήριο χαλώντας τις ισορροπίες του, τα ρεπουμπλικανικά μυαλά που συνέταξαν τον νόμο καθιστούν τους πολίτες μόνους ικανούς να κινηθούν νομικά εις βάρος όποιου «βοηθά ή συμβάλλει» σε άμβλωση, από τον γιατρό μέχρι τον οδηγό του ταξί, και «αποζημιώνουν», σε περίπτωση καταδίκης, τους καταγγέλλοντες με 10.000 δολάρια.

Λογικό ήταν λοιπόν να σκεφτούν κάποιοι εκείνους τους γραφικούς bounty hunters της Αγριας Δύσης – αν και κυνηγοί επικηρυγμένων υπάρχουν ακόμη, νόμιμα, σε όλες τις ΗΠΑ, σε κάπου 15.000 υπολογίζονται επισήμως. Λογικό ήταν επίσης να θυμηθούν άλλοι, ανάμεσά τους και η Μισέλ Γκούντγουιν, καθηγήτρια Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, τις αμοιβές που δίνονταν σε εκείνους που συνελάμβαναν, στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, Αφροαμερικανούς οι οποίοι προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τη δουλεία.

Ναι, έχει μια δόση υπερβολής και αυτή η προηγούμενη σκέψη. Δείχνει όμως πόσο πρόσφατα είναι τα δικαιώματα που θεωρούμε – θεωρούσαμε – δεδομένα, μόλις το 1973 εκδόθηκε η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ με την οποία αναγνωρίστηκε πανεθνικά το δικαίωμα στην άμβλωση, από το Τέξας είχε μάλιστα ξεκινήσει η θρυλική πια υπόθεση Ρόου εναντίον Ουέιντ και από εκεί αρχίζει τώρα να ξηλώνεται εξαιτίας κάποιων απολίτιστων. Ναι, από μία έννοια, οι διαδηλώτριες στο Χιούστον είναι ίδιες με εκείνες στην Καμπούλ.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο