Το ξέρουμε όλοι. Αν ο Γιάννης Αντεντοκούνμπο ήταν τριάντα πόντους πιο κοντός, χωρίς αυτό το εξωπραγματικό ταλέντο, σήμερα θα ήταν ακόμα ένας από τους νεαρούς μαύρους άνδρες που βλέπεις να διασχίζουν την Αχαρνών. Θα τον έβλεπες και το πολύ να απορούσες από πού κρατάει η σκούφια του. Είναι Σομαλός ή από τη Νιγηρία; Και σίγουρα, ας μην κοροϊδευόμαστε, πολλοί θα προτιμούσαν να μείνει μακριά τους. Ομως ο Γιάννης, που είχε το σωστό ύψος και το τεράστιο ταλέντο, έγινε ντραφτ στο ΝΒΑ και το διαβατήριο, που πήρε απευθείας από το Μαξίμου, είχε στη θέση της φωτογραφίας το στιγμιότυπο με τον μικρό μαύρο τσολιά στη σχολική γιορτή. Υπέροχο. Ειδικά ο μαύρος τσολιάς είναι μία αισιόδοξη προβολή πάνω στον ζοφερό δημογραφικό μας ορίζοντα.

Τώρα όλο αυτό υποτίθεται ότι λειτουργεί κατά του ρατσισμού. Μας δείχνει ότι μπορούμε να επενδύσουμε και να περιμένουμε πολλά από τα παιδιά των μεταναστών, τη νέα γενιά Ελλήνων. Από δίπλα προβάλλουν και άλλα μηνύματα για την πίστη στο όνειρο, τη σκληρή δουλειά, τις αξίες της οικογένειας. Ολα καλά.

Μόνο που, να με συγχωρείτε, υπάρχει και άλλη γωνία παρατήρησης, από την οποία η λήψη σκοτεινιάζει κάπως. Διότι η περίπτωση του Γιάννη είναι χαρακτηριστική της δύσκαμπτης και συχνά ρατσιστικής στάσης με την οποία, ως κοινωνία, αντιμετωπίζουμε αυτά τα παιδιά. Και τώρα είναι σαν να τους λέμε ότι για να γίνουν ένας από μας, να συναντήσουν αποδοχή και αναγνώριση, θα πρέπει να φτάσουν στη σφαίρα του υπερβατικού. Αναγνωρίσαμε, ως πολιτεία, τον Αντεντοκούνμπο ως εξαίρεση, όχι ακριβώς ως ένα δικό μας παιδί που τα κατάφερε. Επρεπε πρώτα να πετύχει και μετά να γίνει δικό μας παιδί. Και ξέρετε κάτι; Φοβάμαι ότι πολλά από τα παιδιά που βρίσκονται εκεί όπου ήταν ο Γιάννης, στα πεζοδρόμια της Αχαρνών, είναι σήμερα απελπισμένα. Αντιλαμβάνονται τι πρέπει να κάνουν για να γίνουν αποδεκτά και αισθάνονται δέος. Αν δεν έχουν ούτε το μπόι, ούτε το ταλέντο, θα δουν ολόκληρο το έργο που ο Γιάννης άφησε στη μέση. Και αμφιβάλλω αν θα αγαπήσουν τη νέα πατρίδα όπως την αγάπησε και την τίμησε ο Γιάννης.

Citius, Altius, Fortius

Μόλις ξυπνήσεις το πρωί, μετά το μεσημεριανό φαγητό ή με τον απογευματινό καφέ. Βυθισμένος στον καναπέ. Τα πόδια στο τραπεζάκι. Και παρακολουθείς σόφτμπολ γυναικών. Κωπηλασία. Ιππασία και δεν μπορείς να καταλάβεις πώς διάολο βαθμολογούνται οι προσπάθειες. Και τοξοβολία. Ω, ναι! Τοξοβολία! Να σου βγαίνει η αδρεναλίνη από τα αφτιά. Είναι η ρουτίνα των Ολυμπιακών Αγώνων. Είναι η συνήθεια του να παρακολουθείς ένα θέαμα το οποίο σου είναι αδιάφορο και συχνά αδυνατείς να καταλάβεις. Και έχεις και την αγωνία σου. Θα πάρει το χρυσό μετάλλιο η Κορακάκη στη σκοποβολή; Να το πάρει. Για να αναδείξουμε μετά το μείζον πρόβλημα της έλλειψης σκοπευτηρίων. Και να αισθανθούμε υπερηφάνεια που ο εθνικός μας ύμνος θα ακουστεί στα πέρατα της Γης, γιατί, εδώ που τα λέμε, δεν είναι και λίγο ένα μετάλλιο στη σκοποβολή.

Πολιτική και θέαμα

Οταν ένας άνθρωπος του καλλιτεχνικού χώρου αποφασίζει να κατέλθει στην πολιτική, λέμε ότι κέρδισε ο δημόσιος βίος αλλά έχασε η τέχνη. Δεν ισχύει στην περίπτωση του Γρηγόρη Πετράκου. Ο δημοφιλής τραγουδιστής, η στιβαρή φωνή της άρνησης απέναντι στην πανδημία και στο εμβόλιο, αναλαμβάνει κομβική θέση στο κόμμα Τράγκα. (Αλήθεια, ο ηγέτης έχει εμβολιαστεί;) Και έτσι η πολιτική κερδίζει έναν άξιο άνδρα, αλλά και η τέχνη αποκτά ένα θέαμα μοναδικής αξίας. Είναι ο συνδυασμός που σκοτώνει – ενίοτε και κυριολεκτικώς. Τον χειμώνα βέβαια θα υπάρχει πρόβλημα. Οι συγκεντρώσεις σε κλειστούς χώρους θα αφορούν μόνο εμβολιασμένους. Το κίνημα των Τράγκα – Πετράκου απευθύνεται σε ανεμβολίαστους. Θα γίνονται οι κομματικές εκδηλώσεις μόνο σε εξωτερικούς χώρους ή θα βρει ο ηγέτης την πολιτική φόρμουλα για ένα σχήμα κατά των εμβολίων που απευθύνεται και σε εμβολιασμένους;

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο