Αποκλείεται εξαρχής και με συνοπτικές διαδικασίες ότι μεγάλο μέρος των art workers συντονίζονται με το διάχυτο κλίμα άρνησης. Οτι νιώθουν καλύτερα, για παράδειγμα, όταν δεν δυσαρεστούν πιτσιρικάδες και ημιπιτσιρικάδες, αρνητές και ημιαρνητές ή όσους αγρόν ηγόρασαν και σβήνουν πλέον τοκοχρεωλύσια μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει. Για τους υπόλοιπους, αγαπημένη ασχολία είναι να εξορίζουν στο κλισέ της ακοινώνητης ελίτ όσους τολμούν να υπερασπίζονται την ευθύνη του εμβολιασμού.

Αλλά αφού πιάσαμε τα κλισέ: οι art workers δεν ήταν οι θαρραλέοι, οι έτοιμοι από καιρό, που αποστάζουν τα μηνύματα των καιρών και δημιουργούν τέχνη; Που απ’ τον πηλό πλάθουν λουλούδι και κάτι άλλο που τελειώνει σε ψιλοβελονιά; Φαίνεται πως πέρασε η εποχή που οι «μπροστάρηδες» θύμιζαν τον κοινωνικό ρόλο του ταλέντου, την μποεμία που ποιεί ήθος, την κεντρικά σχεδιασμένη πρωτοπορία. Τότε που δεν το είχαν σε τίποτε να ταξινομούνται ανά φυλές – άλλος με το «Οχι», άλλος με το «Ισως» κι άλλος με το «Ναι μεν, αλλά». Πέρασε σχεδόν μια δεκαετία για να ξεχάσουν οι ίδιοι ότι κάθε συνέντευξή τους ξεκινούσε ή κατέληγε με την απόταξη του Μνημονίου κατά το μυστήριο της βαπτίσεως: «και εμφύσησον και έμπτυσον αυτώ» ξανά και ξανά.

Οι ντουντούκες για το δημοψήφισμα σίγησαν νωρίτερα και σε χρόνο καθορισμένο, όταν η kolotoumba έπρεπε να μαζευτεί και εκείνοι να συνεχίσουν τις περιοδείες σαν να μην είχε διαρραγεί ο χρόνος στα δύο. Επρεπε κι εμείς να ξεχάσουμε τον Αριστοφάνη που γύρισε από την αντιμνημονιακή μάχη, τις παρλάτες για τους σαμαροβενιζέλους, τα αυτοσχέδια μανιφέστα εν μέσω συναυλιών. Αποκορύφωμα ήταν τα ντέρτια της μεγάλης οργής στο προαύλιο της ΕΡΤ συνοδεία μεθυστικής τσίκνας και «επαναστατικών» στίχων («Χαίρε υπουργέ των ευεργετημένων / Χαίρε υπουργέ των επιτυχημένων / Χαίρε υπουργέ των εξαθλιωμένων / Των άνεργων, των άστεγων, των αυτοκτονημένων).

Από τη στιγμή που ξεκίνησε η καμπάνια για την κοινή πανδημική μας περιπέτεια θα περίμενε κανείς τις αποχρώσες ενδείξεις της παρεμβατικής καλλιτεχνίας υπέρ εμβολιασμών και κοινών αντίδοτων. Εκτός λιγοστών εξαιρέσεων, όπου μάλιστα μπλέκονται οι ετικέτες των ειδών (ενδεικτικά: Αιμίλιος Χειλάκης, Πάνος Κιάμος, Χρήστος Μάστορας, Στάθης Δρογώσης, Αύγουστος Κορτώ) οι απρόθυμοι να ξοδέψουν προσωπικό κεφάλαιο συνιστούν άτυπο θίασο. Μέχρι τώρα, λοιπόν, υπάρχουν χρωματισμένες αποδείξεις για τον σχεδιασμό της παγκόσμιας επιτήρησης, τα μοντέλα Τζορτζ Οργουελ και το live streaming ως τεχνολογικό Αρμαγεδδώνα. Με τα πολλά, φτάσαμε στις κοινωνίες που ζουν κατ’ εξαίρεση επειδή η πανδημία χρησιμοποιείται σαν εργαλείο για σκοπούς, τους οποίους γνωρίζουν καλύτερα από εμάς οι ψηφοφόροι του κόμματος Βελόπουλου και οι αναγνώστες των υπερδεξιών ταμπλόιντ.

Εδώ που φτάσαμε, τα λυσάρια και οι ξεπατικωτούρες δεν βοηθούν – και δεν πείθουν – κανένα. Αλλά επειδή όλοι τον ίδιο υπαρξιακό βραχνά μοιραζόμαστε, τον Μάνο Χατζιδάκι, που πλειστάκις επικαλούνται οι καλλιτέχνες ως άστρο φωτεινό που τους οδηγεί, ας τον διαβάσουν για μια φορά στο πρωτότυπο. Το λέει καθαρά. Καλλιτέχνης θα πει να αναρωτιέσαι για την προσωπική ευθύνη απέναντι στην πλατεία. Να πηγαίνεις ενίοτε και κόντρα στα κελεύσματά της. Ετσι κι αλλιώς, το έργο που θα παρουσιαστεί στο τέλος το «σκηνοθετούν» από κοινού.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο