Χαζεύουμε. Κυριολεκτικά. Κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος – και όχι αποκλειστικά οι κακογερασμένοι γκρινιάρηδες – μπορεί εύκολα να παρατηρήσει ότι μειώνεται τα τελευταία χρόνια η νοητική μας ικανότητα. Μια μείωση μετρήσιμη – υφίστανται ήδη αξιόπιστες επιστημονικές μελέτες που καταγράφουν τη μείωση σε ποσοστιαίες μονάδες. Ασφαλώς, πρόκειται για γενίκευση και όπως όλες οι γενικεύσεις, έτσι και αυτή, αδικεί τις εξαιρέσεις από τον κανόνα: δεν χαζεύουμε όλοι και, όσοι χαζεύουμε, δεν χαζεύουμε με την ίδια ταχύτητα. Σε άλλους από εμάς η βλάβη επιδέχεται διόρθωση, σε άλλους είναι ανήκεστος. Πάντως, εάν μιλάμε για τον μέσο όρο της ανθρωπότητας, ολοένα και περισσότεροι ρέπουμε προς τη χαζομάρα.

Το φαινόμενο ξενίζει διπλά τους ερευνητές, εάν συνυπολογίσει κανείς ότι η ραγδαία επιδείνωση της νοητικής μας ικανότητας διαπιστώνεται σε μια εποχή έκρηξης των πληροφοριών, σαν αρρωστημένη επιβεβαίωση εκείνης της παλιάς ρήσης: «Μη διαβάζεις πολύ, παιδί μου, θα χαζέψεις». Δεν μπορεί φυσικά κανένας να ισχυριστεί στα σοβαρά ότι η ζημιά προκαλείται από το πολύ διάβασμα – θα πέσει φωτιά να μας κάψει -, αλλά σίγουρα κάποια σχέση έχει με την έκρηξη. Μήπως, ως είδος πια, ο άνθρωπος δεν έχει φθάσει σ’ εκείνο το εξελικτικό σημείο που θα τον καθιστούσε ικανό να αφομοιώσει, πόσω μάλλον να διαχειριστεί, τον κύριο όγκο των πληροφοριών που, αναπάντεχα κι εντελώς δωρεάν, έγιναν προσβάσιμες;

Κάτι τέτοιο είναι παραπάνω από βέβαιο: και το πιο λαμπρό αστέρι της ανθρωπότητας, με δείκτη IQ που είναι αναμενόμενο μονάχα από το 2% του γενικού πληθυσμού, δεν είναι σε θέση σήμερα να ομιλήσει «μετά λόγου γνώσεως» παρά για ελάχιστα κυβικά μέτρα από τον ωκεανό πληροφοριών. Η ροπή προς τη χαζομάρα, ωστόσο, δεν επήλθε από την απεγνωσμένη κι εν τέλει άκαρπη προσπάθειά μας να εκμεταλλευτούμε τις απρόσμενες «ευκαιρίες» που παρουσιάστηκαν στην εποχή μας, αλλά από την a priori εγκατάλειψη κάθε ανάλογης προσπάθειας εκ μέρους μας.

«Οταν το αφήνεις, σε αφήνει», έλεγε η σοφή γιαγιά μας στο χωριό και, έστω κι ενστικτωδώς, ακουμπούσε επί τον τύπον των ήλων. Οπως οι καρδιαγγειακές παθήσεις αυξήθηκαν δραματικά από τη σύγχρονη καθιστική ζωή, έτσι και η πνευματική μας υγεία πλήρωσε το τίμημα της ήσσονος προσπάθειας. Δεν μας έκανε ζημιά η ευκολία στην πρόσβαση των πληροφοριών· μας έκανε ζημιά η οκνηρία που συνόδευσε την ευκολία. Σε όποιον ταξιτζή νέας εσοδείας και αν απευθυνθείτε, θα παραδεχτεί ότι, δίχως το GPS, η άγνοιά του αγγίζει σχεδόν την τυφλότητα.

Με ανάλογη αίσθηση υπερασφάλειας, εξαρτημένης από τη βεβαιότητά μας ότι το αντίστοιχο GPS πάντοτε θα βρίσκεται κάπου διαθέσιμο για να μας ξελασπώσει, πλημμυρίσαμε από λειτουργικά αναλφάβητους: συμπολίτες μας ικανούς να διαβάσουν, μα προτιμούν να μη διαβάζουν, από τη στιγμή που ανά πάσα στιγμή μπορούν να προστρέξουν στη γνώση εκείνων που διάβασαν πριν από αυτούς. Εάν προσθέσετε την οδυνηρή έλλειψη συγκέντρωσης που προκαλεί η πνευματική πλαδαρότητα και τη σταδιακή απώλεια κάθε ικανότητας ελέγχου / ξεσκαρταρίσματος των πληροφοριών, κατανοούμε ότι το να «χαζεύουμε» δεν σημαίνει πια απλώς «χάσιμο χρόνου», αλλά και τη διαμόρφωση ενός νέου «περιβάλλοντος», τοξικού για όλους μας, είτε χαζεύουμε είτε όχι.

Η χαζομάρα είναι μεταδοτική. Διασφαλίζει με «έξυπνους» θεσμούς την υψηλή μεταδοτικότητά της. Οταν ένας χαζός ψηφίζει, επιμολύνει την κάλπη με περισσότερους από έναν επιζήμιους τρόπους. Εκλέγει πολιτικούς εξίσου χαζούς με τον ίδιο ή, ακόμη χειρότερα, πολιτικούς που υποκρίνονται τους χαζούς για να μην τον προσβάλουν (ο χαζός εύκολα προσβάλλεται)· η δεύτερη κατηγορία πολιτικών είναι συνήθως η πιο επικίνδυνη, καθότι αδίστακτη. Ολοένα και πιο δυσεπίλυτα προβλήματα καλούνται να επιλύσουν ολοένα και πιο ακατάλληλοι πολιτικοί. Τόμπολα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο