Ασφαλώς, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης «τό’ πιασε το υπονοούμενο» του επικεφαλής του  Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕSM) Κλάους Ρέγκλινγκ, ο οποίος, κατά τη συνάντησή τους, χαρακτήρισε το ελληνικό σχέδιο για την αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης “καλό”, τονίζοντας όμως στη συνέχεια ότι “το κλειδί τώρα είναι η υλοποίησή του”! Τότε, αμέσως, για να μετριάσει τις επιφυλάξεις αυτές, ο πρωθυπουργός έσπευσε να ενημερώσει τον Ευρωπαίο αξιωματούχο για τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που προώθησε, σε συμφωνία με τους θεσμούς, εν μέσω πανδημίας, οι οποίες “καθιστούν την Ελλάδα πιο ελκυστικό επενδυτικό προορισμό”, όπως τόνισε..

Είναι δικαιολογημένες οι επιφυλάξεις του κ. Ρέγκλινκ, όπως και των Τρώων για τους Δαναούς «και δώρα φέροντες», διότι οι άμετρες υποσχέσεις και οι πρόθυμες δεσμεύσεις όλων των κυβερνήσεων για προώθηση μεταρρυθμίσεων κατά την τελευταία τριακονταετία έχουν γίνει το πιο «κρύο ανέκδοτο» ίσως παγκοσμίως, αφού ουδέποτε τηρούνταν. Τρανή απόδειξη αποτελούν οι απογοητευτικές επιδόσεις της χώρας στην επίτευξη των στόχων της Στρατηγικής της Λισαβόνας από το 2000 και των περιβόητων πολυσέλιδων και καλαίσθητων Εθνικών Προγραμμάτων  Μεταρρυθμίσεων και Προγραμμάτων Σύγκλισης που κατέθετε και  καταθέτει και η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση από το 2005. Η βαθμολογία της χώρας μας σε όλα τα σχέδια αυτά είναι «κάτω από τη βάση»! Ας ελπίσουμε όμως ότι τώρα ήγγικε πια η ώρα για την προώθηση όλων των αναγκαίων διαρθρωτικών  μεταρρυθμίσεων που εξαγγέλλει ο πρωθυπουργός, διότι «άνευ τούτων ουδέν εστι γενέσθαι των δεόντων», όπως έλεγε ο αρχαίος Έλλην ρήτωρ Δημοσθένης (Ολυνθιακός Α΄) για τα χρήματα, αλλά, φαίνεται ότι στην Ελλάδα οι μεταρρυθμίσεις, και όχι οι περικοπές μισθών και συντάξεων, η υπερφορολόγηση και τα «κουρέματα» ισοδυναμούν με δεκάδες δισ. ευρώ!

Αλλά, γιατί δεν μπόρεσε καμιά ελληνική κυβέρνηση, και ιδιαίτερα οι μνημονιακές, να προωθήσουν τις υποσχόμενες στα κείμενα των μνημονίων διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις; Λόγω του φοβερού και τρομερού κομματικού κόστους!  Υπενθυμίζω ότι αυτή η μείζων αναξιοπιστία συνοδευόταν από  το γνωστό όνειδος των συνεχών “εμπλοκών” κατά την άφιξη στην Αθήνα των ελεγκτών της τρόικας, οι οποίοι μερικές φορές έφευγαν άπρακτοι ζητώντας να ληφθούν στη συνέχεια τα περιβόητα “ισοδύναμα μέτρα” για την κάλυψη των δημοσιονομικών κενών που δημιουργούνταν από την παράλειψη εφαρμογής των υπεσχημένων ή των λεγόμενων “προαπαιτούμενων. Και αυτά τα ολέθρια «ισοδύναμα μέτρα» αναζητούνταν μονίμως στις εύκολες επιλογές της αύξησης  υπαρχόντων ή επιβολής νέων φόρων και ασφαλιστικών εισφορών ή της περικοπής μισθών και συντάξεων ή της διάθεσης ποσών του Προϋπολογισμού Δημόσιων Επενδύσεων για καταναλωτικούς σκοπούς.

Για την απάντηση στο παραπάνω ερώτημα έχουν γραφεί πολλά βιβλία και έχουν γίνει πολλές μελέτες με την πιο σημαντική εκείνη του Γραφείου Μελετών της Ακαδημίας Αθηνών το 2012 υπό τον τίτλο «Η προώθηση των μεταρρυθμίσεων στην ελληνική οικονομία». Αλλά, πέρα από τις μελέτες αυτές, θυμήθηκα ότι  μόνο και μόνο η λέξη “μεταρρυθμίσεις” προκαλούσε… “χαλασμό”. Κατ΄αρχάς, θυμήθηκα την εύστοχη διαπίστωση του αείμνηστου Γεράσιμου (Μάκη) Αρσένη κατά την παρουσίαση στη “Στοά του Βιβλίου” το 2002, μαζί με τον τότε πρόεδρο του συνασπισμού Νίκο Κωνσταντόπουλο και τον αείμνηστο, τότε πρώην πρωθυπουργό,  Κωνσταντίνο Μητσοτάκη του βιβλίου  μου  υπό τον τίτλο “Η μεγάλη φούσκα της οικονομίας 1981-2001”.  Κατά την παρουσίαση αυτή τότε ο Γεράσιμος Αρσένης τόνισε, μεταξύ άλλων,  ότι “οι μεταρρυθμίσεις έρχονται σε αντιπαράθεση με την παραδοσιακή κουλτούρα, η οποία δεν θέλει ανοιχτούς ορίζοντες, φοβάται το καινούργιο, θέλει το κεκτημένο και την προστασία του κράτους, και της μεταρρυθμιστικής κουλτούρας, η οποία είναι οι κοινωνικές δυνάμεις που έχουν αποδεχτεί ότι ο τόπος πρέπει να αλλάξει»!

Έτσι, λέξεις, όπως «αξιολόγηση», «παραγωγικότητα», «ανταγωνιστικότητα», «βαθμολογία», «διαγωγή», «αριστεία» και άλλες δεν είναι μόνο λυσσαλέα ξορκισμένες από την αθάνατη παραδοσιακή κουλτούρα, αλλά λοιδορούν και όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις, προμνημονιακές και μνημονιακές, για το εκάστοτε «στρίβειν» δια της «δημιουργικής ασάφειας», η «δημιουργικής ακινησίας» ή «δημιουργικής αναβολής» ή «δημιουργικής εμπλοκής» με την Ευρωπαϊκή Ένωση παλιότερα και τους δανειστές μας μετά το 2010.

Κόλαφος η αξιολόγηση των επιδόσεων της χώρας!

Κάπως έτσι, η χώρα μας έβλεπε συνέχεια να περνούν από μπροστά της όλα τα μεταρρυθμιστικά «τραίνα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα οποία ασμένως «επέβαινε», αλλά στη διαδρομή… «κατέβαινε»! Οι αξιολογήσεις ήταν απογοητευτικές!  Υπενθυμίζω τη  μεταρρυθμιστική στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη  γνωστή και ως «Στρατηγική της Λισαβόνας», που αποτελεί την πρώτη μακροπρόθεσμη ευρωπαϊκή μεταρρυθμιστική στρατηγική και που υιοθετήθηκε το Μάρτιο 2000 από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στη Λισαβόνα με ορίζοντα το έτος 2010. Κεντρικός της στόχος ήταν η προώθηση μεταρρυθμίσεων για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας των οικονομιών της Ευρώπης. Το 2005 αποφασίστηκε η ενδυνάμωση της προσπάθειας και καθιερώθηκαν οι 345 «Ολοκληρωμένες Κατευθύνσεις Πολιτικής», καθώς και η ετήσια υποβολή «Εθνικών Προγραμμάτων Μεταρρυθμίσεων» από μέρους των κρατών-μελών προς αξιολόγηση της πορείας των μεταρρυθμίσεων.

Τον Ιούνιο του 2010 υιοθετήθηκε μια νέα μακροπρόθεσμη στρατηγική μεταρρυθμίσεων για την περίοδο 2010-2020, η οποία ονομάστηκε «Ευρώπη 2020», ως συνέχεια της «Στρατηγικής της Λισαβόνας». Σημειώνεται ότι ότι η στρατηγική των μεταρρυθμίσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχει νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα, προς χαράν και αγαλλίασιν όλων των ελληνικών κυβερνήσεων!!!  Και για να πούμε όμως την αλήθεια, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις  μετά το 2005 κατάρτιζαν και δημοσίευαν εντυπωσιακά ετήσια  «Εθνικά Προγράμματα Μεταρρυθμίσεων», τα οποία ουδέποτε εφάρμοζαν, μολονότι κατετίθεντο στην Ευρωπαϊκή Ένωση!Πράγματι, το 2005 η χώρα μας κατάρτισε το πρώτο Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων 2005-2008 με τις ακόλουθες προτεραιότητεςς: Δημοσιονομική σταθεροποίηση και μακροχρόνια βιωσιμότητα των δημόδιων οικονομικών με άμεσο τάχα στόχο την επαναφορά του ελλείμματος κάτω από το 3% έως το τέλος του 2006 και την περαιτέρω μείωσή του τα επόμενα χρόνια, διατηρώντας υψηλή ανάπτυξη. Βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος με ενίσχυση του ανταγωνισμού, άνοιγμα αγορών, αύξηση εξωστρέφειας, χωροταξικά σχέδια, διευκόλυνση αδειοδότησης, φορολογική μεταρρύθμιση, επενδυτικός νόμος, ΣΔΙΤ, ΔΕΚΟ, Έρευνα και Ανάπτυξη, 1,5% ΑΕΠ, ενεργειακή πολιτική. Αύξηση της απασχόλησης και της παραγωγικότητας με βελτίωση του συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης, εκσυγχρονισμό της αγοράς εργασίας, προώθηση της Κοινωνίας της Γνώσης. Υπενθυμίζω ότι στόχος ήταν η αύξηση της συνολικής απασχόλησης στο 62,5% (από 59,4% το 2004) και της γυναικείας απασχόλησης στο 48,9% (από 45,2%το 2004) για το 2008, με παράλληλη κοινωνική συνοχή!

Όλα καλά, όλα ωραία, αλλά όταν ήρθε η ώρα της κρίσεως. Από ένα σύστημα παρακολούθησης των µεταρρυθµίσεων του Εθνικού Προγράμματος Μεταρρυθμίσεων 2005-2008 που έκανε ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών (ΣΕΒ) στο τέλος της περιόδου προέκυπτε  ότι από τους 346 στόχους που καταγράφονταν δεν είχε σηµειωθεί καµία πρόοδος στο 23% των δράσεων, ότι στο 39% των δράσεων είχε υπάρξει κάποια πρόοδος, η οποία όµως δεν µπορούσε να χαρακτηριστεί ως ικανοποιητική και, τέλος, στο 38% των δράσεων σηµειώθηκε πρόοδος, η οποία µπορούσε να χαρακτηριστεί ως ικανοποιητική. Δηλαδή, η “βαθμολογία” είναι πολύ κάτω από τη “βάση”, περίπου 40% ή 4 στα 10! Την ίδια περίπου τύχη είχαν και τα επόμενα Εθνικά Προγράμματα Μεταρρυθμίσεων με τελευταίο να είναι εκείνο το 2020 με τις ίδιες φιλόδοξες και “νεκραναστημένες” προτεραιότητες!

Διαπιστώσεις μελέτης της Ακαδημίας Αθηνών

Όπως προανέφερα, το Γραφείο Μελετών της Ακαδημίας Αθηνών  κατάρτισε το 2012, δύο χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου, μία σημαντική μελέτη  υπό τον τίτλο «Η προώθηση των μεταρρυθμίσεων στην ελληνική οικονομία», με τους καθηγητές Γ. Μέργο και Α. Μακρυδημήτρη με επιστημονικούς συνεργάτες τούς Δ. Παπαοικονόμου,  Μ.-Η. Πραβίτα και Π. Πρόντζα, υπό την επιστημονική ευθύνη του Κωνσταντίνου Δρακάτου, ακαδημαϊκού, επόπτη του Γραφείου Οικονομικών Μελετών της Ακαδημίας Αθηνών. Δεν ξέρω αν διάβασε κανένας αρμόδιος ή μη αρμόδιος την έρευνα αυτή. Ωστόσο, κρίνω ότι θα είναι χρήσιμο να παραθέσω μερικές μόνο, ελάχιστες, από τις διαπιστώσεις της μελέτης  ως απάντηση στο παραπάνω ερώτημα:

  • Η διαχρονική αδυναμία και η αδικαιολόγητη διστακτικότητα των ελληνικών κυβερνήσεων να παρέμβουν αποφασιστικά στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος συνιστά σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα της αδυναμίας διαμόρφωσης πολιτικών και κοινωνικών συναινέσεων. Η απουσία συναίνεσης και η διαχρονική άρνηση μεγάλου μέρους του πολιτικού κόσμου να συναινέσει στην υλοποίηση κρίσιμων και απόλυτα αναγκαίων μεταρρυθμίσεων εγείρει, μεταξύ άλλων, μείζον πολιτικό ζήτημα.
  • Ο κομματισμός, η διαφθορά, η απουσία αξιοκρατίας, ο νομικισμός και η γραφειοκρατία είναι μερικά μόνο από τα γνωστά προβλήματα της δημόσιας διοίκησης. Οι πελατειακές σχέσεις και το πνεύμα της συντεχνίας επιτυγχάνουν και λειτουργούν παραλυτικά.
  • Πρωταρχικό και καθοριστικό ρόλο στο όραμα, τη δομή και την εφαρμογή ενός τέτοιου μεταρρυθμιστικού προγράμματος έχει η πολιτική ηγεσία. Δηλαδή, προϋπόθεση επιτυχίας είναι τις μεταρρυθμίσεις να τις επιθυμεί και να τις στηρίζει συνολικά η πολιτική ηγεσία. Συχνά η υποστήριξη του πολιτικού κόσμου στις μεταρρυθμίσεις είναι μόνο λεκτική, λόγω των περιορισμών που συνεπάγονται οι μεταρρυθμίσεις για τον τρόπο άσκησης της εξουσίας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο