«Οι Μάνες του Διστόμου»… Οι μάνες του Διστόμου δεν «γιορτάζουν» σήμερα, Παγκόσμια Ημέρα της Μάνας… τιμούνται σήμερα!

Στον πρώτο όροφο, στον προθάλαμο της κεντρικής αίθουσας του «Μουσείου Θυμάτων Ναζισμού Διστόμου» μας περιμένουν οι Μάνες του Διστόμου:

<<Μορφές τραγικές… η μάνα που θρηνεί στο μνήμα, η μάνα που κρατά στα χέρια της το άψυχο σώμα του παιδιού της, η μάνα που σφίγγει στην αγκαλιά της το παιδί της για να το προστατέψει από το όπλο του εχθρού…Ο πόνος, η θλίψη, η απόγνωση βρίσκουν την έκφρασή τους στις μορφές κι από την άλλη η αγριότητα, το μίσος, η δίψα για αίμα του ναζισμού, των στρατιωτών που σαν λυσσασμένα σκυλιά όρμησαν πάνω στο λαό του Διστόμου να τον κατασπαράξουν>>…

Ετσι περιεγράφηκε ο πίνακας του συνθέτη και ζωγράφου Κώστα Μουστάκα όταν πρωτοεκτέθηκε στην Λιβαδιά. Από εκεί, σε λίγες εβδομάδες βρήκε την θέση στο Μουσείο στο Δίστομο και έγινε σημείο αναφοράς για τους επισκέπτες… Για αποτυπώνεται στον καμβά ο πόνος, η θλίψη αλλά και η οργή για τη θηριωδία του Γερμανού κατακτητή σ’ ανθρώπους αθώους, άντρες, γυναίκες και παιδιά… Γιατί Μάνες του Διστόμου θρηνούν ΟΛΑ τα αδικοχαμένα παιδιά ΟΛΩΝ των πολέμων: Ως ένα μήνυμα »Ποτέ ξανά πόλεμος»,»Ποτε ξανα Ναζισμός και Φασισμός»!

Αυτά στον προθάλαμο. Γιατί στην κεντρική αίθουσα του Μουσείου υπάρχουν τα βλέμματα των ίδιων – νεκρών -Μανάδων του Διστόμου…

Εκεί, «ΑΝΑΣΚΑΠΤΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ», όπως εύστοχα τιτλοφορείται η επετειακή ανάρτηση στην σελίδα του Μουσείου σε Μέσο Κοινωνικής Δικτύωσης για την 9η Μάη 2021, Γιορτή της Μητέρας και Ημέρα της Απελευθέρωσης από τον Ναζισμό και το τέλος του Β’ ΠΠ, «ακούγονται» οι θυσίες των Μανάδων την 10η Ιουνίου 1944…Κάποιες από αυτές – γιατί είναι πολλές…

« […] Η μητέρα μου ήταν από την οικογένεια του Τσαμαλή. Ήταν τρεις αδερφάδες, δύο παιδιά και τα γερόντια […] Το 1937 γεννήθηκα […] Ο πατέρας μου το 1947 ξαναπαντρεύτηκε στη Λιβαδειά, και φύγαμε για τη Λιβαδειά. Εκεί είμαστε έως ότου έφυγα εγώ για την Αμερική, το 1955. Είχα μία από τις καλύτερες μητριές. Πολύ καλή κυρία. Πολύ καλή. Τη μάνα μου δεν τη θυμάμαι τόσο καλά. Αυτή την αγάπησα, ήτανε πολύ εξαιρετική κυρία. […] Τη μέρα της σφαγής δεν ήμουν εδώ. Στις 9 του μηνός, την προηγούμενη ημέρα […] παίζαμε και βλέπω τον πατέρα μου πήρε το άλογο κι έφυγε. Τι με έπιασε; Άρχισα να φωνάζω και να κλαίω. ‘’Θέλω να ‘ρθώ μαζί σου’’. Τον κυνήγησα μέχρι τις Λεύκες. Μ’ έπιασε και μ’ έφερε πίσω και λέει της μάνας μου ‘’Κράτησέ το, εγώ θα φύγω’’. Και ξέρεις, περάσανε τα χρόνια κι εγώ σκεφτόμουνα τι μ΄έκανε ένα μικρό παιδί να θέλει να πάει με τον πατέρα και να μην καθήσω με τη μάνα μου. Ε, λοιπόν με πηγαίνει στη μάνα μου και της λέει να με κρατήσει. Και λέει η συγχωρεμένη, θυμάμαι τα λόγια της, ‘’Πάρ’ το παιδί μαζί σου’’ του λέει ‘’κλαίει, θ’ αρρωστήσει. Τι θα τον κάνω; Εσύ θα γυρίσεις σε δυο μέρες’’. Αυτό το θυμάμαι. Τα μικρά παιδιά ξέρεις… όσο έλεγε, τόσο έκλαιγα εγώ. Με παίρνει ο πατέρας μου, με βάζει στο πίσω μέρος, στα καπούλια, και φύγαμε.
Στην Αμερική συνηθίσαμε, περάσαμε καλά… Τούτη η μέρα, η σφαγή, είναι… πάντα θα μένει στην καρδιά μου… Θα έδινα ό,τι υπάρχει στη γη για να αγκαλιάσω τη μάνα μου… να της πω πόσο την αγαπάω… Τι να σας πω…

Τι έξυπνο παιδάκι που ήταν ο Γιάννης, ο αδερφός μου. Θυμάμαι που παίζαμε μαζί κι εγώ ως μικρότερος ό, τι έπιανε στα χέρια του τα ήθελα και τσακωνόμασταν εκεί και του ‘λεγε η μάνα μου ‘’Είναι μικρός αυτός, μην τον… ‘’, κατάλαβες; Αυτά μου έρχονται στο μυαλό και…

Θυμάμαι λίγα πράγματα, αλλά είναι σα φωτογραφία στο μυαλό μου. Αυτή τη στάση που προτού φύγω, αυτά τα λόγια που είπε στον πατέρα μου τα θυμάμαι ‘’Πάρε το παιδί, για να μην αρρωστήσει’’. Και γλίτωσα, γιατί αν είχα μείνει βέβαια θα έμενα μαζί της, θα με σκότωναν και μένα […]

Της μοιάζω ναι… Είχε δύο αγόρια και τρεις κοπέλες. Ήταν η μητέρα μου, η θεια μου η Ασήμω και η Αναστασία […]

Ο πατέρας μου, όχι, δεν έκανε παιδιά μετά. Είχε αυτή δύο παιδιά, κι ο πατέρας μου εγώ κι η αδερφή μου. Δεν έκανε, δεν κάνανε άλλα παιδιά. Πολύ καλή κυρία. Τη μάνα μου τη θυμάμαι αυτά που σας είπα ότι θυμάμαι. Και βέβαια άκουσα από όλους τους συγγενείς πόσο καλή ήταν και όλα. Τα οποία και να μην τα άκουγα, ήξερα τι ήταν η μάνα μου. Αλλά η μητέρα Διαμάντω ήταν εξαιρετική κυρία. Από μικρό παιδί με περιποιήθηκε και με την αγάπη της […] ».

Λουκάς Μαλάμος, Αύγουστος 2019, αδημοσίευτη συνέντευξη.

«[…] Τότε η μακαρίτισσα η γιαγιά μας, Θεός σχωρέστην, μας πήρε και μας έβαλε κάτω από το εικόνισμα του σπιτιού μας και γονατισμένοι κάναμε το σταυρό μας για να σωθούμε. Ξαφνικά χτύπησε η πόρτα και ανοίγοντας βλέπω δυο Γερμανούς με προτεταμένα τα αυτόματα να μας λένε να βγούμε έξω. Βγήκαμε στο μπαλκόνι και κατεβήκαμε στην αυλή όπου μας ανέμεναν άλλοι τρεις Γερμανοί. Τότε μας σπρώχνουνε όλους μπροστά στο φούρνο της αυλής μας. Η γιαγιά κατάλαβε ότι θα μας σκοτώνανε και μας τράβηξε προς το πλυσταριό, όπου βρισκόταν και το αποχωρητήριο. Ο καμπινές ήταν μια απλή γούρνα με δυo χοντρά ξύλα για να πατάμε. Γρήγορα η γιαγιά μου κάθεται στο μέρος και προσποιούμενη τη φυσική της ανάγκη με άρπαξε από το χέρι και με έβαλε μέσα στη γούρνα καλύπτοντας το εξέχον κεφάλι με το σώμα της. Αυτό και με έσωσε! […] Αμέσως ο ναζιστής στρατιώτης στάθηκε στην είσοδο του πλυσταριού και πυροβόλησε εμένα και τη γιαγιά μου. Όλες τις σφαίρες τις εδέχθη το σώμα της γιαγιάς μου και το χοντρό ξύλο που πατούσε η γιαγιά μου. Εγώ τραυματίστηκα ελαφρώς στο χέρι, όχι από τη ριπή, αλλά από τη σφαίρα της χαριστικής βολής […]».

Μαρτυρία Παναγιώτη Α. Σεχρεμέλη

« […] Η Ασήμω Σφουντούρη που ήταν πλάι μου και κράταγε το χρονιάρικο παιδί της στα γόνατα, με το πρώτο έπεσε από πάνω του και το σκέπασε με το κορμί της για να γλυτώσει αυτό τουλάχιστο απ’ το Χάρο. Αφού ο Γερμανός άδειασε τ’ όπλο του πάνω μας δυο τρεις φορές, που να θυμηθώ απ’ το φόβο και τον αλαλαγμό, ύστερα ήρθε και μας σκούνταγε με το πόδι του για να δει αν ζούσαμε ή αν κάναμε ξαργού τους πεθαμένους. Μα ποιος να κουνήσει. Άλλοι είμαστε μισοζώντανοι κι άλλοι στον τόπο. Όλοι μας, ο ένας πάνω στον άλλο κολυμπάγαμε στο αίμα. Αφού σιγουρεύτηκε ο Γερμανός πως μας είχε ξεπαστρέψει έφυγε. Μερικοί από κει μέσα, όπως η μάνα μου, ήταν βαριά λαβωμένοι. Ποιος όμως να τους κουμαντάρει! Ως το πρωί η μάνα μου πέθανε απ’ το αίμα. Τρεις μονάχα ζήσαμε: ένα παιδί, εγώ και το μικρό της Ασήμως που έβαλε η μάνα του ταμπούρι το κορμί της για να γλυτώσει. Για να το σώσει χάθηκε κείνη […] ».
Τάκης Λάππας. ‘’Το χρονικό της σφαγής του Διστόμου’’. Αθήνα, 1945.

«Τον Χαράλαμπο τον σκότωσαν εκεί που είναι σήμερα το φαρμακείο του Γιάννη του Λούκα. Μόλις άκουσε τις φωνές η θεία μου η Παγώνα Τζάθα, που πήγαινε πιο μπροστά, γύρισε να πάει προς τα εκεί φωνάζοντας ‘’Παιδί μου!’’. Την σκότωσαν και αυτή πάνω από τον Χαράλαμπο. Η θεία μου η Παγώνα ήταν 38 ετών και το παιδί της 14 […] ».
Μαρτυρία Σταμούλας Τσακίρη-Τζάθα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο