Oχι, δεν θέλω να γράψω αγιογραφία. Απλώς ψάχνω χρόνια τώρα, ή μάλλον δεκαετίες, να βρω τι είναι αυτό που με συγκινεί τόσο στον Σαββόπουλο. Και μη μου πείτε ότι είναι η νοσταλγία, γιατί και με άλλους τραγουδοποιούς μεγάλωσα αλλά δεν μου φέρνουν δάκρυα με το που ανοίγουν το στόμα τους για να πουν μια ατάκα, μια ιστορία ή ένα τραγούδι.

Φταίει σίγουρα αυτή η βραχνή φωνή, το ίδιο εκφραστική εδώ και πάνω από μισό αιώνα, από το «Φορτηγό» μέχρι το επετειακό podcast για τα «200 χρόνια κομμάτια». Πώς γίνεται; Να που γίνεται. Δεν κουράζεται ο καλλιτέχνης; Δεν βαριέται; Μήπως υποκρίνεται; Αδιάφορο: το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, και είναι συναρπαστικό.

Φταίει ο απέραντος σεβασμός του, τόσο προς τις προηγούμενες γενιές (τη μαμά και τις θείες που του έλεγαν «βάλε πιο δυνατά το ραδιόφωνο Διονυσάκη» όταν έπαιζε το «Ακόμα ένα ποτηράκι») όσο και προς τις επόμενες (τα εγγόνια του και τους συμμαθητές τους σ’εκείνη τη συναυλία που είχε δώσει στο σχολείο τους, όλα αυτά τα παιδιά που δήθεν δεν έχει τι να τους παίξει). Η εντιμότητά του, το να λέει πάντα αυτά που πιστεύει δηλαδή, είτε αφορούν τη σχέση του με τις παραδόσεις είτε τη φορτισμένη επικοινωνία του με τους «Κωλοέλληνες». Ο αντιελιτισμός του: «Σ’αυτόν τον κόσμο όσοι αγαπούνε τρώνε βρώμικο ψωμί». Η ανυποχώρητη τρυφερότητά του. Η διαρκής ευαισθησία του, που ο άλλος την είχε ταυτίσει με την Αριστερά, αλλά είναι μετρημένοι στα χέρια αυτοί που τον επιβεβαιώνουν, ανάμεσά τους κι ο Διονύσης.

Φταίνε «ο ασύλληπτος πλούτος της σκέψης του, τα γυμνά του αισθήματα, η μεγάλη μαγεία του», αλλά και τα «αγκάθια» του, όπως έγραψε μια από τις καλύτερες πένες που διαθέτει αυτός ο τόπος, ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος, που του πήρε μια εκ βαθέων συνέντευξη για το LIFO. Κι εκεί διάβασα ότι δεν είναι φαντασμένος, αλλά αφηρημένος, όπως και κάτι άλλο, περίεργο, ότι δεν είναι πάντα ζωηρός και ορεξάτος όπως νόμιζα, απάτη είναι και δεν την έχει διακρίνει κανείς, αλλά «όλη η τέχνη είναι μια απάτη. Λέει ψέματα για να πει την αλήθεια».

Δεν τον χορταίνω. Θέλω να τον ακούω να ερμηνεύει «κλεμμένα» τραγούδια και να λυσσάνε οι κομπλεξικοί. Θέλω να τον ακούω να αφηγείται ξανά και ξανά όλες αυτές τις ιστορίες του «που βάζουν τάξη στο χάος του κόσμου», την ιστορία με τον κότσυφα που τον λέγαν Σταύρο και την άλλη, που δεν τη θυμάμαι καλά, εκεί που τον πήρε ωτοστόπ ένας φορτηγατζής και στον δρόμο σταμάτησε σε ένα χωριό για μια δουλειά κι ήταν όλοι οι κάτοικοι μαρμαρωμένοι, και μετά άρχισαν να ζωντανεύουν, και γλέντησαν όλοι μαζί μέχρι το πρωί. Θέλω να τον ακούω να τραγουδάει για την Αννα που είδε κάποτε και να νομίζω πως μου το έχει αφιερώσει.

Να ‘ναι καλά, και να ανταμώνουμε.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο