Οταν αποχαιρετάς σε ώριμη ηλικία μάνα ή πατέρα, νοιώθεις αντάμα με τη θλίψη κι ένα μέστωμα. Παύεις οριστικά να είσαι παιδί, γίνεσαι εσύ ο γονιός, ο γονιός πρώτα του εαυτού σου, στύλος και αλεξικέραυνο του σπιτιού.

Οταν ξεψυχά βρέφος, σπλάχνο σου, το χτύπημα σε τραντάζει συθέμελα. Χάνεις το νόημα του κόσμου, άμα σταθείς τυχερός το ξαναβρίσκεις, ειδάλλως μένεις απολιθωμένος, ζωντανός-νεκρός…

Οταν κηδεύεις φίλο σου; Φίλο που τον θυμάσαι προτού βγάλεις γένια, πριν πάρεις μπόι, να κουβαλάει στο δημοτικό, στη ζούλα, αυτοκόλλητα με ποδοσφαιριστές; Να λέει σόκιν ανέκδοτα κρυφακουσμένα από παρέες μεγάλων, που ούτε εσύ ούτε κι εκείνος ο ίδιος καταλαβαίνατε ακριβώς το νόημά τους;

«Πέθανε το πρωί ο Νίκος Ζαχαριάδης… Ανακοπή…». Επί ώρες δεν το πίστευα. Να του τηλεφωνήσω πήγαινα, «έλα ρε βλάκα, τι μπαγιάτικο πρωταπριλιάτικο!». Ή «σοβαρά τα κακάρωσες;» να τον ρωτήσω. «Πώς ήταν; Και πού βρίσκεσαι τώρα;».

Μετά άρχισαν να εμφανίζονται οι νεκρολογίες. Εγκώμια στο μυαλό, στο χιούμορ, στη χρυσή καρδιά του, αναμνήσεις όσων είχαν μοιραστεί το ίδιο γραφείο, το ραδιοφωνικό στούντιο, ξενύχτια με τσιγάρα και καφέδες για να κλείσει η ύλη. Εμείς δεν είχαμε συνεργαστεί ποτέ – λάθος! είχαμε αποφασίσει, στα δεκάξι μας, το 1982, να εκδώσουμε ένα περιοδικό με τίτλο «Μάκια». Φτιάξαμε το πρώτο τεύχος, πού όμως λεφτά για να το στείλουμε στο τυπογραφείο; Κι έπειτα εκείνος άλλαξε κατεύθυνση, άρχισε να φτιάχνει τραγούδια, «μέσα στον κήπο μου, σε μια σχεδία, ζουν τρεις πριγκίπισσες απ’ την Ινδία…».

Είχαν κυκλοφορήσει τότε τα «Μπαράκια» του Βαγγέλη Γερμανού, τα «Τραπεζάκια έξω» τού Σαββόπουλου, το «Σαμποτάζ» της Λένας Πλάτωνος. Λιώναμε τους δίσκους στο πικάπ, ένα ξέφωτο ανοιγόταν για εμάς, μία όαση ανάμεσα στους φλώρους και στους κνίτες, στους καρεκλάδες και τους χεβιμεταλάδες. Μια επαγγελία του κόσμου λαχταρούσαμε αλλιώτικη, ευφρόσυνη, μποέμικη. Τη βρίσκαμε στα ποιήματα του Εμπειρίκου και στα «Ανοιχτά χαρτιά» του Ελύτη. Στον «Δρόμο» του Τζακ Κέρουακ μα και στον «Τρυποκάρυδο» του Τομ Ρόμπινς.

Μετά αραιώσαμε. Στα κείμενά του τον συναντούσα πιο τακτικά, στις «απορίες ενός παραζαλισμένου Αθηναίου». Τον περασμένο Μάρτιο, λίγο πριν απ’ την πρώτη καραντίνα, διασταυρωθήκαμε τυχαία στον δρόμο. Καθίσαμε για ένα ποτό και ξημερώσαμε σχεδόν. Τα θυμηθήκαμε όλα, πιάσαμε το νήμα, «δεν θα χαθούμε πάλι!» αποφασίσαμε. Ντύνομαι τώρα για να πάω στην κηδεία του.

Οταν πεθαίνει συνομήλικος, ανατριχιάζουμε – κακά τα ψέματα – βάζοντας τον εαυτό μας στη θέση του. «Κάπνιζε δυο πακέτα ενώ εγώ το έχω κόψει, προσέχω και τη διατροφή μου, να πάω πρέπει για τσεκάπ…». Τόσο μικρόψυχα, τόσο ανθρώπινα σκεφτόμαστε.

Οχι με τον Νίκο! Δεν θα προβάλω στον θάνατό του τίποτα δικό μου. Δεν θα βγάλω κανένα συμπέρασμα ιατρικό ή υπαρξιακό από το μέγιστο μυστήριο, εκείνος ξαπλωμένος μέσα στο κουτί (εάν άνοιγε τα μάτια, θα αντίκριζε τον Χριστό να ανασταίνει τον Λάζαρο), εμείς σωριασμένοι στα στασίδια, χαμένος ο καθένας στις σκέψεις, στα αναφυλλητά του. Ο γιόκας του έφηβος, όσο περίπου ήμουν κι εγώ όταν έχασα τον μπαμπά μου – να οι ταυτίσεις, να οι αμπελοφιλοσοφίες, ότι οι ζωές ανακυκλώνονται, πως μία τζαζ συμπαντική ορχήστρα αυτοσχεδιάζει γενιά τη γενιά πάνω στην ίδια βασική μελωδία. Πως σε σαράντα χρόνια ο Ντέιβιντ του Ζαχαριάδη και η δικιά μου η Νίκη θα βρίσκονται στη θέση μας και θα θρηνούν κάποιον δικό τους παιδικό φίλο… Αρα;

Στεκόμαστε γύρω από τον νιόσκαφτο τάφο, κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο. Δυσκολευόμαστε να αφήσουμε τον Νίκο μόνο του στα παρτέρια, να πάρουμε ταξί και λεωφορεία, να συνεχίσουμε τη μέρα μας.  «Θα ξανασμίξουμε μαζί του στο Τίποτα – ή στο κάτι – νωρίτερα από όσο ελπίζουμε…» σαρκάζει ο Μάριος.

Μια έχω παρηγοριά. Πως το λαχείο που μας έτυχε στο μαιευτήριο το εξαργυρώσαμε και το ξοδέψαμε στο ακέραιο. «Το κρίσιμο δεν είναι εάν υπάρχει ζωή μετά. Είναι εάν υπάρχει ζωή πριν από τον θάνατο…» λέει ο Γούντι Αλεν. «Ναι!» απαντάμε εμείς. Πανηγυρικά, βιωματικά, ειλικρινά.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο