Για οποιονδήποτε θα πίστευε πως δεν θα μπορούσε να ζήσει την αποκάλυψη ή έστω κάτι εξόχως ποιητικό παρά μόνο μέσα στη φύση, στη σιωπή ενός μοναστηριού, στην αίθουσα ενός θεάτρου ή στο πολύχρωμο μιας άγνωστης πολιτείας τις νυχτερινές ώρες, ενώ θα έμενε δύσπιστος σε οποιονδήποτε χώρο «ύποπτης» συναλλαγής, θα αρκούσε η μνεία ενός περιστατικού όπως εκείνα που προορίζονται να μην τα μάθεις ποτέ, παρά αν εντελώς τυχαία τα πληροφορηθείς.

Εννοούμε λοιπόν μια γυναίκα εκδιδόμενη που όταν επρόκειτο να πάει στην εκκλησία – και εκκλησιαζόταν τακτικότατα – δεν χρησιμοποιούσε ποτέ δικά της χρήματα προκειμένου να ανάψει τα τέσσερα κεριά που άναβε την κάθε φορά – ήταν αλλοδαπή -, τα δύο για τα παιδιά της (τους είχε πει ότι καθάριζε σπίτια στη χώρα μας) και τα δύο για τους πεθαμένους γονείς της. Είχε συνεννοηθεί με μια γειτόνισσά της, υπάλληλο στο σουπερμάρκετ, που της έδινε σε χαρτονόμισμα των 5 ευρώ το αντίστοιχο σε κέρματα συνήθως ποσό που της εγχείριζε η εκδιδόμενη.

Δεν ξέρει τι να πρωτοθαυμάσει κανείς, πρωτίστως βέβαια αν σκεφτεί τη σχεδόν αποκλειστική σχέση που είχε εγκαταστήσει με την έννοια του «θείου» στη ζωή της, σε βαθμό που να το αναγνωρίζει, εκ προοιμίου, αν όχι ως συναινετικό, οπωσδήποτε ως αθωωτικό για τις πράξεις της, φτάνει να μην το έθιγε με τη χρησιμοποίηση των χρημάτων που της απέφερε το επάγγελμά της. Με το «θείο» μάλιστα να της συμπαρίσταται όσο δεν θα το έκαναν ποτέ οι ίδιοι οι άνθρωποι, αφού τους τελευταίους θα ήταν αδύνατον να τους εμπιστευθεί ή να συνάψει έστω μαζί τους ένα σύμφωνο σιωπής, αν τολμούσε να τους αποκαλύψει το τι έκανε. Η ελευθερία της απερίφραστης αποδοχής σε σχέση με το ποια ήταν μπορούσε να υπάρξει μόνο χάρη στο «θείο», έστω και αν για την εξαγορά του χρησιμοποιούνταν ένα τόσο ευτελές αντίτιμο.

Μια εξαγορά που στην περίπτωση ενός φιλοσόφου, ενός διανοουμένου ή ενός πλουσίου θα ηχούσε ως μια βρώμικη δοσοληψία, στην εκδιδόμενη διατηρούσε όλα τα εχέγγυα μιας πνευματικής σχέσης υψηλότατου επιπέδου. Στην πραγματικότητα, μια πράξη κάθαρσης που θα ήταν αδύνατον να την επιτύχει – όπως άλλωστε κάθε άνθρωπος – σε όσα σημεία της ζωής της θα το επιθυμούσε, την διεκδικούσε με έναν αυτοσχεδιαστικό τρόπο στην κορυφαία της ανάγκη, αυτή για επικοινωνία. Το ακόμη πιο αξιοθαύμαστο είναι πως ενώ η σωτηρία της θα ήταν για οποιονδήποτε συμβουλευόταν να προσπαθήσει να αλλάξει τη ζωή της ή μάλλον το επάγγελμά της, η ίδια είχε κατορθώσει να διασωθεί – όχι απλώς να διασωθεί, αλλά να λυτρωθεί – χωρίς να αλλάξει τίποτα απολύτως, με τον μοναδικό τρόπο που προσφέρεται σε όλους τους ανθρώπους, πόρνους, έκδοτους, έντιμους, φρόνιμους. Με την καταχώριση μιας υπέρβασης στη ζωή μας που όσο πιο μυστική παραμένει τόσο πιο αποτελεσματική γίνεται σε σχέση με το πρόβλημα που μας απασχολεί.

Η πόρνη, πρόσωπο καταλυτικό της κοινωνίας, ακόμη και αν δεν ανατρέξει κανείς στα χρόνια του Χριστού και περιοριστεί σε σύγχρονες μαρτυρίες, θα παρατηρήσει σε όλες τους μια υψηλή έννοια διδαχής και προσφοράς, σε αντίθεση με υψηλά ιστάμενα πρόσωπα – κυρίως πολιτικά – που όχι μόνο δεν μας μαθαίνουν τίποτα, αλλά μας «αφαιρούν», για να μην πούμε ότι κυριολεκτικά μας λεηλατούν.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο