Μας μαύρισε τη ψυχούλα ο Πόλ Τόμσεν. Για την ακρίβεια μας την ξανά μαύρισε. Ο πρώην επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, νυν συνταξιούχος και ο άνθρωπος που έχει συνδυαστεί όσο κανένας με το σίκουελ των μνημονίων στην Ελλάδα χτύπησε με “βόμβες”. Πέραν ότι έδωσε συγχαρητήρια στην κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου – αφού κατά τη γνώμη του μόνο τότε έγιναν σημαντικές αλλαγές και για αυτό πλήρωσε το πολιτικό κόστος – προχώρησε σε απαισιόδοξες προβλέψεις για την ελληνική οικονομία προβάλλοντας ως μεγαλύτερο πρόβλημα το πελατειακό κράτος. Είπε στο συνέδριο του Economist:  Είμαι αρκετά απαισιόδοξος αναφορικά με την ικανότητα της Ελλάδας να ευημερήσει μέσα στην ευρωζώνη. Δεν βλέπω την Ελλάδα να κλείνει κενά, αλλά αντιθέτως νομίζω ότι οι νέοι της θα συνεχίζουν να την εγκαταλείπουν για να ευημερήσουν, κυρίως λόγω του πελατειακού συστήματος της χώρας.

Με απλά λόγια η Ελλάδα δεν θα κάνει αλλαγές, ούτε και αυτές που προβλέπονται από το σχέδιο ανάκαμψης.

Από την άλλη, έχουμε την ελληνική κυβέρνηση που μιλά για ένα ρεαλιστικό, εφαρμόσιμο σχέδιο ανάπτυξης και ότι οι μεταρρυθμίσεις πλέον είναι αποδεκτές από την κοινωνία καθώς εμμέσως έδωσαν τη έγκριση στις εκλογές του 2019. Εκτιμά πως τα κονδύλια θα μοιραστούν σωστά, δεν θα σκορπιστούν “δεξιά και αριστερά” και ότι αυτή τη φορά δεν θα αποφασίζει το κράτος που θα δοθούν οι πόροι αφού οι επιλέξιμες επενδύσεις θα συγκεκριμένες και με προϋποθέσεις. Μάλιστα είναι πεπεισμένοι πως η Ελλάδα μέχρι το 2026 θα έχει αλλάξει το μοντέλο με σκοπό την αύξηση του βιοτικού επιπέδου.

Πως μπορεί λοιπόν ο Τόμσεν να μιλά για το τι συμβαίνει στην Ελλάδα, δηλαδή ένας κάτοικος εξωτερικού; Γιατί του έχει “σφηνωθεί” ότι οι πολιτικοί στην χώρα μας δεν μπορούν να κάνουν αλλαγές;

Αλήθεια, αν κάναμε ένα γκάλοπ και ρωτούσαμε σήμερα τους πολίτες αν είναι αισιόδοξοι για το “αν οι πολιτικοί μας θα βελτιώσουν την ελληνική οικονομία, το κράτος και την αγορά εργασίας” τι θα έλεγαν;

Το ζητούμενο δεν είναι οι αλλαγές. Αλλά τι είδους αλλαγές θέλουμε. Σε ένα μεγάλο βαθμό, οι συνταγές που εφαρμόστηκαν μέχρι τώρα δεν έλυσαν τις διαχρονικές παθογένειες της ελληνικής οικονομίας και του κράτους. Δεν δημιούργησαν δουλειές, δεν έφεραν τους νέους πίσω στη χώρα, δεν αύξησαν τους μισθούς μας.

Μάθημα Μνημονίων 1-2-3: Αν δεν βρεις ποιο είναι το πρόβλημα, οποιαδήποτε λύση και να δώσεις πάλι στα ίδια θα είσαι.  Αν  βρίσκουν εμπόδια στο “πολιτικό κόστος” οι αλλαγές που λειτουργούν προς το όφελος της κοινωνίας συνολικά και προς την βελτίωση των επόμενων γενεών, τότε ναι … Χιούστον έχουμε πρόβλημα.

Έχει σημασία να καταλάβουμε πως η κάθε γενιά διανύει μία εποχή η οποία δεν της ανήκει, την δανείζεται μέχρι να την παραδώσει στην επόμενη. Και αγνοούμε το γεγονός πως υπογράφουμε εμείς, τώρα, σήμερα -εν αγνοία τους- το κοινωνικό συμβόλαιο των παιδιών μας. Το βάρος της ευθύνης είναι τεράστιο. Αν δηλαδή οι πολιτικοί των προηγούμενων δεκαετιών δεν μπόρεσαν να αποτινάξουν από πάνω τους το βάρος του πολιτικού κόστους-  ώστε για παράδειγμα να διασφαλιστούν οι συντάξεις του σημερινού 20αρη ή 30αρη ή να δουλέψουν πάνω σε ένα πιο δίκαιο φορολογικό σύστημα – ποιους τους πιστεύει ότι θα το κάνουν τώρα;

Με αφορμή την νέα δημοσιονομική πραγματικότητα που έχει φέρει η πανδημία γίνεται έντονη συζήτηση για το πως οι οικονομίες θα ανακάμψουν, θα μειώσουν τα χρέη και η αλήθεια είναι πως αποτελεί πηγή απαισιοδοξίας για τους πολίτες αν επιτέλους το πολιτικό σύστημα θα σοβαρευτεί για να καταφέρουμε να βελτιώσουμε την οικονομία και την αγορά εργασίας της χώρας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο