Προάγγελος σημαντικών αλλαγών στη φορολογία φυσικών και νομικών προσώπων αποτελούν οι προτάσεις του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Γιάννη Στουρνάρα, τη στιγμή που η ελληνική οικονομία αναζητεί λύσεις για να ξεπεράσει τις σφοδρές απώλειες που έχει υποστεί εδώ και έναν χρόνο από τις επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης.

«Οταν το 10% του συνόλου των φορολογουμένων δηλώνει μηδενικό εισόδημα και περισσότεροι από τους μισούς (58,9%) δήλωσαν εισόδημα μέχρι 10.000 ευρώ (φορολογικές δηλώσεις 2019), ενώ την ίδια χρονιά η Ελλάδα είχε τη δεύτερη υψηλότερη υστέρηση στον ΦΠΑ, 6,6 δισ. ευρώ, όλοι αντιλαμβάνονται το πρόβλημα» τόνισε μιλώντας σε διαδικτυακή εκδήλωση με θέμα «Η φορολογία ως βασικός πυλώνας του σχεδίου ανάπτυξης», που πραγματοποιήθηκε από την Ακαδημία Φορολογίας και Λογιστικής (Tax Academy) του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Δημοσίου Δικαίου.

Εχουν φτάσει στα όριά τους

Ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας προχώρησε σε σειρά από προτάσεις για μείωση των άμεσων φόρων, των εισφορών στη μισθωτή εργασία και στον ΕΝΦΙΑ που, πέραν των άλλων, έχουν τη σημασία τους, γιατί και ο ίδιος είχε διατελέσει στο παρελθόν και υπουργός Οικονομικών, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι ότι τα φορολογικά μέτρα που έχουν εφαρμοστεί τα τελευταία χρόνια έφεραν στα όριά τους νοικοκυριά, επαγγελματίες και επιχειρήσεις.

Οπως είπε, «η επιβολή υψηλής φορολογίας τα τελευταία χρόνια, χωρίς όμως να συνδυαστεί με ταυτόχρονη περαιτέρω διεύρυνση της φορολογικής βάσης, οδήγησε σε εξάντληση της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών. Η υψηλή φορολόγηση περιορίζει την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας, μειώνει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, εξασθενεί τα κίνητρα για εργασία και επένδυση και δημιουργεί φορολογική κόπωση. Μια διόρθωση των στρεβλώσεων του φορολογικού συστήματος κρίνεται απαραίτητη ώστε να βελτιωθεί η θέση της Ελλάδας στη σχετική κλίμακα φορολογικής ανταγωνιστικότητας, που θεωρείται καθοριστική για την τόνωση του επενδυτικού επιχειρηματικού κινδύνου, τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης, την αύξηση της κατανάλωσης και εν τέλει την επίτευξη βιώσιμων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης».

Αδήριτη ανάγκη η δικαιότερη κατανομή

Η αλλαγή του μείγματος της δημοσιονομικής πολιτικής με ελάφρυνση του φορολογικού βάρους εργαζομένων και επιχειρήσεων και δικαιότερη κατανομή του αποτελεί αδήριτη ανάγκη και θα πρέπει να συνεχιστεί, επισημαίνει ο κ. Στουρνάρας, ενώ σημειώνει ότι «η μείωση της φορολογίας επιφέρει θετικά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στην οικονομία, τόσο από την πλευρά της ζήτησης όσο και από την πλευρά της προσφοράς. Μια περαιτέρω μείωση των φορολογικών συντελεστών και των ασφαλιστικών εισφορών θα στηρίξει την απασχόληση, την ανταγωνιστικότητα και, εν τέλει, την οικονομική ανάπτυξη και θα λειτουργήσει ως κίνητρο για μείωση της φοροδιαφυγής και της αδήλωτης εργασίας. Μακροπρόθεσμα, κατά συνέπεια, θα έχει και έναν θετικό αντίκτυπο στα δημόσια έσοδα».

Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, που συντόνισε ο πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής της Ακαδημίας, πρώην υφυπουργός Οικονομικών κ. Γιώργος Μαυραγάνης, ο διοικητής κατέθεσε σειρά προτάσεων που στόχο έχουν τη μεταρρύθμιση της φορολογικής πολιτικής και αποσκοπούν στη μείωση της εκτεταμένης φοροδιαφυγής και στη βελτίωση του ελεγκτικού μηχανισμού που έχει αδρανοποιηθεί λόγω COVID.

Κάρτες, POS παντού και ταμειακές online

Ιδιαίτερη σημασία έδωσε στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης με βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης των φορολογουμένων και στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του φοροεισπρακτικού μηχανισμού. Στο πλαίσιο αυτό προτείνει, μεταξύ άλλων, την ενίσχυση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, με την αυξημένη χρήση πλαστικού χρήματος να οδηγεί σε διεύρυνση της φορολογικής βάσης και βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης, συμβάλλοντας θετικά στην πορεία των εσόδων ΦΠΑ και στη μείωση της φοροδιαφυγής, καθώς οι ετήσιες απώλειες ανέρχονται στο 30% των δυνητικών εσόδων από ΦΠΑ ή 6,6 δισ. ευρώ ετησίως.

Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι μια αύξηση κατά 1 ποσοστιαία μονάδα στο μερίδιο της ιδιωτικής καταναλωτικής δαπάνης που πραγματοποιείται μέσω καρτών πληρωμών οδηγεί σε αύξηση εσόδων ΦΠΑ κατά 1% λόγω της βελτιωμένης φορολογικής συμμόρφωσης. Επομένως, θα πρέπει να δοθεί περαιτέρω έμφαση στην ενίσχυση των ηλεκτρονικών πληρωμών αλλά και στην παροχή φορολογικών κινήτρων, όπως η δυνατότητα κατοχύρωσης αφορολόγητου ορίου εισοδήματος μέσω ηλεκτρονικών συναλλαγών με ειδική έμφαση σε κλάδους με υψηλή ροπή για απόκρυψη εισοδημάτων, όπως τα ελεύθερα επαγγέλματα.

Ο συμπληρωματικός ΕΝΦΙΑ υπό κατάργηση

Παράλληλα, έκανε ιδιαίτερη αναφορά στον εξορθολογισμό των φόρων στην ακίνητη περιουσία με ενοποίησή τους και απόδοσή τους σε τοπικό επίπεδο, ενώ προτείνει τον εναρμονισμό των αντικειμενικών αξιών ακινήτων με τις πραγματικές αξίες της αγοράς.

Οπως σημειώνει: «Η απόδοση του ΕΝΦΙΑ στους ΟΤΑ, με ταυτόχρονη μείωση των ποσών που εισπράττουν οι τελευταίοι από τα έσοδα του τακτικού προϋπολογισμού, αποτελεί μια σημαντική και ταυτόχρονα φιλόδοξη μεταρρύθμιση. Λόγω της ανταποδοτικής του φύσης, σε όλες σχεδόν τις χώρες ο φόρος ακίνητης περιουσίας επιβάλλεται και εισπράττεται από την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Με μια τέτοια μεταρρύθμιση ενισχύεται η οικονομική αυτοτέλεια των δήμων, αυξάνεται η λογοδοσία τους και περιορίζεται η φοροδιαφυγή.

Ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δοθεί και στη σωστή αποτίμηση των ακινήτων καθώς και στην τακτική αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών τους, ώστε να αποφεύγονται ζητήματα φορολογικής δικαιοσύνης. Επιπλέον, θα μπορούσε να εξεταστεί η κατάργηση του συμπληρωματικού φόρου ώστε να μειωθούν οι στρεβλώσεις».

Με «κουπόνια» έκπτωση φόρων και εισφορών

Εως τα τέλη Μαΐου αναμένεται να έχει εκδώσει το υπουργείο Οικονομικών τα πρώτα «vouchers» («κουπόνια») που θα αφορούν πιστωτικά ποσά φόρων και εισφορών στο πλαίσιο στήριξης των επιχειρήσεων υπό τη μορφή επιδότησης επί των παγίων δαπανών. Ο σκοπός του νέου καθεστώτος είναι η επιδότηση επιχειρήσεων με εργαζομένους, μέσω πιστωτικού ποσού που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αποπληρωμή μελλοντικών φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων, μεταθέτοντας το ταμειακό κόστος για το Δημόσιο στο μέλλον. Η επιχείρηση θα έχει το δικαίωμα να επιλέξει το ποσό της ενίσχυσης που θέλει να κατανείμει για την πληρωμή φορολογικών οφειλών και το ποσό που θέλει να χρησιμοποιήσει για την πληρωμή ασφαλιστικών οφειλών.

Η ενίσχυση θα υπολογιστεί ως ποσοστό των παγίων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν εντός του 2020 και δεν έχουν καλυφθεί από τις ενισχύσεις που έχουν δοθεί από το κράτος και για το σύνολο των επιχειρήσεων θα ανέλθει σε 500 εκατ. ευρώ.

Οι προϋποθέσεις

Για να είναι μία επιχείρηση δικαιούχος της συγκεκριμένης επιδότησης θα πρέπει σωρευτικά να πληροί τις εξής προϋποθέσεις:

  • Να ανήκει σε πληττόμενους κλάδους.
  • Να απασχολεί τουλάχιστον έναν εργαζόμενο.
  • Να έχει υποβάλει όλες τις περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ και τις δηλώσεις Ε3.
  • Nα παρουσιάζει ζημιά προ φόρων τουλάχιστον 30% είτε σε σχέση με τα ακαθάριστα έσοδά της είτε σε σχέση με τα συνολικά έξοδά της για το 2020.
  • Να παρουσιάζει πτώση τζίρου τουλάχιστον 30% το 2020 σε σχέση με το 2019. Ειδική πρόβλεψη, ωστόσο, θα υπάρχει για τις νέες επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις που απέκτησαν πρόσφατα υποκατάστημα, δίνοντας έμφαση στο κριτήριο της ζημιάς και όχι σε αυτό της πτώσης τζίρου.

Οι πάγιες δαπάνες

Ως πάγιες δαπάνες θα υπολογίζονται οι δαπάνες που κατέβαλε το 2020 η επιχείρηση για παροχές σε εργαζομένους, ασφαλιστικές εισφορές αυτοαπασχολουμένων, ενέργεια, ύδρευση, τηλεπικοινωνίες, ενοίκια, λοιπά λειτουργικά έξοδα και χρεωστικούς τόκους και συναφή έξοδα που αποτυπώνονται στο έντυπο Ε3, ενώ ως ενισχύσεις θα λαμβάνονται υπόψη οι ενισχύσεις που έλαβε η επιχείρηση μέσα στο 2020, στο πλαίσιο της αντιμετώπισης των συνεπειών της πανδημίας.

Το ποσοστό της ενίσχυσης θα διαφοροποιείται με βάση την πτώση του τζίρου, καθώς θα είναι υψηλότερο για επιχειρήσεις που είχαν πτώση τζίρου άνω του 60%, ενώ θα υπάρχουν και ανώτατα όρια στο ύψος της ενίσχυσης. Σε κάθε περίπτωση οι δικαιούχοι υποχρεούνται να διατηρήσουν κατά μέσον όρο τον αριθμό του προσωπικού που απασχολούν έως το τέλος του 2021.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο