Η ταυτότητα των σύγχρονων Ελλήνων – όλων ημών δηλαδή – δεν παρουσιάστηκε μια ωραία πρωία του 1821 έτοιμη και πλήρως διαμορφωμένη, ταυτοχρόνως με την κήρυξη του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Δεν κοιμόταν βαθιά και ξαφνικά ξύπνησε με το που άρχισαν οι κουμπουριές του ’21. Φτιάχτηκε από την αρχή, συγχρόνως με την οικοδόμηση κράτους και χρειάστηκαν δεκαετίες ώσπου να πάρει μια μορφή αναγνωρίσιμη από εμάς σήμερα. Υπό μία έννοια, η εθνική ταυτότητα εξακολουθεί πάντα να βρίσκεται υπό διαμόρφωση, αφού εκ των πραγμάτων εξελίσσεται μαζί με την πραγματικότητα.

Αυτός μάλλον είναι ο λόγος για τον οποίο ακόμη και σήμερα, παρά τα διακόσια χρόνια που πέρασαν αφότου έγινε το πρώτο βήμα για την ανεξαρτησία, είναι τόσο πολλοί εκείνοι που νιώθουν τόσο ανασφαλείς για την εθνική ταυτότητά τους, ώστε να θίγονται από αστειότητες, που ειδάλλως θα περνούσαν απαρατήρητες. Εννοώ την ανάρτηση κάποιου συνδέσμου ΛΟΑΤΚΙ, στην οποία η σημαία του ουράνιου τόξου έχει αντικαταστήσει τη σημαία των αγωνιστών, στον πασίγνωστο πίνακα του Βρυζάκη «Ο όρκος των αγωνιστών».

Από τις αντιδράσεις ορισμένων βουλευτών της ΝΔ σχηματίζεις την εντύπωση ότι δεν πρόκειται για φωτοσόπ σε ζωγραφικό πίνακα, που έχει μάλλον τον χαρακτήρα γελοιογραφίας, αλλά για βεβήλωση ιερής εικόνας. Από πού κι ως πού όμως; Ανεξαρτήτως του πώς κρίνει καθένας την αισθητική και το μήνυμα της ανάρτησης, εκείνοι που την έκαναν έχουν το δικαίωμα στη γνώμη τους. Και, τουλάχιστον στις χώρες της Δύσης, αυτό το δικαίωμα εκτείνεται και στα εθνικά, τα ιστορικά ή τα θρησκευτικά σύμβολα.

Το γεγονός ότι ο σύνδεσμος των ΛΟΑΤΚΙ χρησιμοποιεί τον πίνακα του Βρυζάκη για να τραβήξει τη δημοσιότητα μάλλον υποδηλώνει τη δύναμη του συγκεκριμένου πίνακα ως συμβόλου. Δεν νομίζω ότι έχει την ανάγκη να τον υπερασπισθούν οι θιγέντες βουλευτές. Αυτοί οι κακόμοιροι  – εν αγνοία τους, υποθέτω – συνέβαλαν ως χορηγοί επικοινωνίας στη διάδοση ενός δημοσιεύματος, που κανένας μας δεν θα είχε πάρει χαμπάρι, αν εκείνοι δεν είχαν προσφερθεί ευγενώς να το διαλαλήσουν.

Για να μείνουμε, όμως, στην επικράτεια των συμβόλων, μεγαλύτερη εντύπωση – και μάλλον δυσάρεστη – μου προξένησε η επιγραφή της νέας Εθνικής Πινακοθήκης από την πλευρά της οδού Μιχαλακοπούλου, αν δεν κάνω λάθος.

Μου φαίνεται τουλάχιστον ασυνήθιστο το όνομα της πτέρυγας και φυσικά του δωρητή (Πτέρυγα «Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος») να δεσπόζουν του ονόματος της Εθνικής Πινακοθήκης. Δεν είναι, κατά κάποιον τρόπο, σαν να τυπώνεις τον τίτλο ενός κεφαλαίου πάνω από τον τίτλο του βιβλίου.

Δεν αμφισβητώ ούτε τη σημασία της χορηγίας του Ιδρύματος ούτε τη σημασία της δημόσιας αναγνώρισης που αρμόζει στον χορηγό. Σε γενικές γραμμές, η ανακαίνιση και η επέκταση της Πινακοθήκης κόστισε 60 εκατομμύρια. Τα δεκατρία από αυτά τα κατέβαλε το Ιδρυμα στην πιο κρίσιμη φάση της πορείας του έργου, όταν τα κονδύλια είχαν εξαντληθεί και, προκειμένου να ολοκληρωθεί το έργο, έπρεπε να βρεθεί ένας δωρητής. Ηταν καθοριστική λοιπόν η συμβολή του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, δεν χωρεί αμφιβολία. Μήπως όμως είναι υπερβολικό να τοποθετείται ο ευεργέτης πάνω από τον οργανισμό που ευεργετεί στην εξωτερική επιγραφή;

Κατά τη γνώμη μου, ναι. Αλλά και πάλι, τι σημασία μπορεί να έχει στο βάθος του χρόνου; Αλλη μία λεπτομέρεια στην περίφημη «ιδιαιτερότητά» μας. Το σπουδαίο είναι ότι το έργο ολοκληρώθηκε και σύντομα θα ανοίξει στο κοινό. Θα έλεγα μάλιστα ότι, αντιθέτως, η κυριαρχία του δωρητή στη μαρκίζα είναι κάτι θετικό, αν το εξετάσεις μέσα στις συνθήκες της εποχής του. Αποκτά μια ειρωνική χροιά, θέλω να πω, αν σκεφτείς ότι η χορηγία έγινε επί ημερών ΣΥΡΙΖΑ, για τον οποίο κάθε ανάμειξη του ιδιωτικού τομέα με τον δημόσιο είναι ανάθεμα…

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο