Οι εθνικές επέτειοι και κάθε είδους εορτές και τελετές αυτού του είδους είναι κατά βάσιν ταυτοτικές επιτελέσεις που στηρίζονται στην συγκρότηση και καλλιέργεια της συλλογικής μνήμης ως μηχανισμού εθνικής εγρήγορσης και συνοχής. Το ερώτημα που γεννάται σε επίπεδο κριτικής προσέγγισης είναι κατά πόσο το περιεχόμενο τέτοιων δρωμένων αφορά σε μια ουσιαστική συλλογική αυτογνωσία και αναστοχασμό με στόχο ένα καλύτερο μέλλον ή εξαντλούνται σε φολκλορικού και αρχαιολατρικού τύπου θεάματα, που απλά θωπεύουν τον εθνικό ναρκισσισμό και αναπαράγουν συμπλέγματα ανωτερότητας, που κάθε άλλο παρά βοηθούν σε έναν ουσιαστικό διάλογο με το παρελθόν, σε μια κριτική και εποικοδομητική ιδεολογική χρήση της ιστορίας.

Πέραν τούτου, τέτοιες επέτειοι και ειδικά ετούτη για τα διακόσια χρόνια από την Επανάσταση του 1821 επαναφέρουν στο προσκήνιο την συζήτηση περί έθνους γενικά και βεβαίως το ερώτημα για το περιεχόμενό της, εάν δηλαδή ήταν πρωτίστως εθνικό ή κοινωνικό, που κατα την άποψη μας, δεν διαχωρίζονται.

Από την δεκαετία του 1980 ήδη στους κύκλους της ελληνικής διανόησης αναπτύχθηκε ένας διάλογος, ο οποίος, όπως και σε πολλά άλλα πράγματα, οδήγησε στην συγκρότηση δύο «ομάδων», σε ένα μικρό διχασμό, ανάμεσα στους λεγόμενους «εθναμύντορες» από την μια και τους «εθνομηδενιστές» από την άλλη.

Οι «εθναμύντορες» παρουσιάζονται ως υπερασπιστές της εθνικής ιδέας, υποστηρίζοντας την άποψη ότι το ελληνικό έθνος έχει μια διαχρονική παρουσία και συνέχεια από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, συνεπώς είναι μια μάλλον υπεριστορική κατηγορία, είναι αυτό που δημιούργησε το ελληνικό κράτος και είναι κατά κάποιον τρόπο αυτό που δημιουργεί την ιστορία και όχι το αντίθετο. Από την άλλη όχθη, οι «εθνομηδενιστές» δεν είναι παρά κοινωνικοί επιστήμονες, που, ακολουθώντας την σύγχρονη θεωρία περί ιστορικής συγκρότησης του έθνους στο πλαίσιο της νεωτερικότητας, όπου το έθνος πολιτικοποιείται και η πολιτεία εθνικοποιείται, υποστηρίζουν ότι το έθνος είναι μια νεωτερική κατηγορία και είναι συνυφασμένο με το κράτος.

Πρόκειται για την «θεωρία της κατασκευής» (constructionism), που στην πιο προωθημένη της εκδοχή θεωρεί το έθνος δημιούργημα του κράτους και όχι το αντίθετο. Σε αυτήν την περίπτωση εννοείται πως η ιστορία φτιάχνει το έθνος και όχι το αντίθετο.
Ο «διάλογος» αυτός έφτασε να μοιάζει με πόλεμο και μάλιστα η μια πλευρά να κατηγορεί την άλλη σαν «μη πατριωτικά δρώσα» ή και σε μια πιο αγοραία εκδοχή να της προσάπτει, αν όχι κατηγορίες εθνικής προδοσίας,  σίγουρα «μειωμένης εθνικής συνείδησης».

Τα πράγματα, βεβαίως, οδηγήθηκαν εκεί μέσα από ιδεολογικές πολώσεις και εμπάθειες, που συχνά προσέλαβαν και προσωπικές διαστάσεις. Κατά την άποψή μας, όσο ατεκμηρίωτο είναι το επιχείρημα ότι το κράτος φτιάχνει το έθνος, άλλο τόσο έωλο είναι το επιχείρημα ότι το έθνος είναι αιώνιο και είναι μια υπεριστορική κατηγορία. Σε ό,τι αφορά την ελληνική περίπτωση, η ελληνική πολιτιστική κοινότητα έχει μια διαχρονική παρουσία, δίχως να παραμένει βεβαίως αναλλοίωτη (σε αυτήν την πορεία υπάρχουν παράλληλα με την συνέχεια και οι ρήξεις και οι τομές) και αυτή η κοινότητα συγκροτεί το νεωτερικό ελληνικό έθνος με την εθνεγερσία του 1821 και ό,τι επακολούθησε. Ο ελληνισμός υπήρξε μια πολιτιστική κατηγορία και όχι βιολογική. Με αυτήν την έννοια δέχθηκε επιρροές και κυρίως ενσωμάτωσε και αφομοίωσε πλείστα όσα στοιχεία άλλων πολιτισμών, διατηρώντας τα βασικά του κοσμοθεωρητικά χαρακτηριστικά και βεβαίως την γλώσσα, η οποία με όλες τις αλλαγές παραμένει η ίδια.
Η πολιτισμική συνέχεια δεν σημαίνει την απουσία ωσμώσεων και αλληλεπιδράσεων. Το αντίθετο. Η συνέχεια υπάρχει μέσα από τις ρήξεις, τις τομές, τις ωσμώσεις με τις ετερότητες. Και αυτό είναι το μεγαλείο της ελληνικότητας.

Ο Βασίλης Νιτσιάκος είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο