Ο διανοούμενος Μάριος Πλωρίτης (Μάριος Παπαδόπουλος το πραγματικό του όνομα) γεννήθηκε στον Πειραιά στις 19 Ιανουαρίου 1919 και απεβίωσε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 2006.

Με την ευρύτητα της σκέψης του και την πολυσχιδή δράση του (δημοσιογράφος – επιφυλλιδογράφος, κριτικός θεάτρου και κινηματογράφου, μεταφραστής, λογοτέχνης και θεατρικός σκηνοθέτης), ο Πλωρίτης άφησε κατά γενική ομολογία το στίγμα του στον πνευματικό βίο και την πολιτισμική ταυτότητα της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Ο άλλος επιτάφιος

Μια αναιδής «αναπαλαίωση»

Πήρα και δημοσιεύω το παρακάτω «ενοχλητικό» γράμμα:

«Αγαπητέ Κύριε,

Επιτρέψτε μου να συμπληρώσω το άρθρο σας Δημοκρατίας επέτειοι (29.9.91), όπου ελεεινολογείτε τον μετασχηματισμό της δημοκρατίας σε αθλιοκρατία.

Δεν ξέρω αν παρευρεθήκατε στους εορτασμούς, όπου απαγγέλθηκαν αποσπάσματα από αρχαία κείμενα σχετικά με το πολίτευμά (τους και) μας. Νομίζω πως η αναφορά σ’ αυτά θα ήταν πιο πλήρης και οπωσδήποτε πιο διδακτική, αν έδινε και τη σύγχρονη εκδοχή αυτών των μοναδικών μνημείων.

Ας πάρουμε λ.χ. τον περιλάλητο Επιτάφιο του Περικλέους, όπως τον διασώζει (και σίγουρα τον τελειώνει, τον τελειοποιεί) ο Θουκυδίδης (Β, 37 επ.).

Έλεγε, λοιπόν, ο μέγας Αθηναίος πολιτικός, σκιαγραφώντας την αθηναϊκή δημοκρατία:

Το πολίτευμα που έχουμε δεν κοιτάζει να πάρει τους νόμους του από τους ξένους· πιο πολύ είμαστε εμείς το παράδειγμα, παρά που ξεσηκώνουμε ό,τι κάνουν οι άλλοι.

Εμείς, ωστόσο, οι επίγονοί τους βελτιώσαμε λόγους και πράξεις έτσι:

Το πολίτευμα που έχουμε, έτσι όπως το συγυρίσαμε, δεν παίρνει μονάχα τους νόμους απ’ τους ξένους, αλλά αντιγράφει, κοπιάρει, μαϊμουδίζει ό,τι ξενόφερτο απόβλητο· έτσι, είμαστε πιο πολύ παράδειγμα προς αποφυγήν, παρά που ξεσηκώνουμε ό,τι καλό κάνουν οι άλλοι…

Και συνέχιζε ο Περικλής:

Στους νόμους μπροστά, όταν είναι για τις ιδιωτικές τους διαφορές (οι Αθηναίοι), βρίσκονται όλοι ίσοι.

Ενώ εμείς:

Στους νόμους μπροστά, όταν είναι για τις ιδιωτικές διαφορές, οι Έλληνες βρίσκονται όλοι ίσοι – μόνο που αυτοί οι ίσοι δεν βρίσκουν ποτέ και πουθενά την ισότητά τους, όταν τη χρειάζονται…

Και ο Περικλής συμπλήρωνε:

Όσο για την προσωπική υπόληψη, προτιμούμε (για τα δημόσια αξιώματα) όποιον προκόβει, όχι με τη σειρά (όχι χάρη στην κοινωνική του τάξη, τον πλούτο κ.λπ.), αλλά γιατί είναι ικανός… Ούτε πάλι επειδή κάποιος είναι φτωχός, βρίσκεται εμποδισμένος, κι όταν ακόμα έχει να κάνει κάτι καλό στην πόλη μας.

Εμείς, ωστόσο:

Για τα δημόσια αξιώματα προτιμούμε όποιον προκόβει επειδή είναι ικανός να μας παραπείθει, βαυκαλίζει, μαγγανεύει, παγιδεύει, εμπαίζει, αφιονίζει, καθώς δεν μας έχει καμιά υπόληψη. Ούτε πάλι εμποδίζεται κάποιος από τα δημόσια αξιώματα επειδή είναι φτωχός σε γνώση, αξιοσύνη, ήθος, αφιλοκέρδεια. Είμαστε τόσο δημοκράτες, που όσο πιο άπορος είναι κανείς σ’ αυτά, τόσο πιο μεγάλες πιθανότητες έχει ν’ αξιωθεί την εξουσία…

Αλλά ο Περικλής προχωρούσε:

Κι ενώ στην ιδιωτική μας ζωή περνούμε απείραχτα μεταξύ μας, σαν πολίτες δεν παρανομούμε, πιο πολύ από εσωτερικό σεβασμό (παρά από εξωτερικό καταναγκασμό), πειθαρχικοί στους άρχοντες και στους νόμους.

Όσο για εμάς:

Κι ενώ στην ιδιωτική μας ζωή είμαστε αβάσταχτοι ο ένας για τον άλλον, σαν πολίτες παρανομούμε από σεβασμό και πειθαρχία στους άρχοντες και τους νόμους, που μας δίνουν τα λαμπρότερα μαθήματα αυταρχίας, αναρχίας, παρανομίας, ανομίας…

Αλλά και για τους μη-Αθηναίους φρόντιζε ο Περικλής:

Την πόλη μας την κρατούμε ανοιχτή σε όλους, και δεν υπάρχει περίσταση που να διώχνουμε κανένα ξένο.

Το ίδιο κι εμείς:

Τη χώρα μας την κρατούμε ανοιχτή σε όλους –ορθάνοιχτη, μάλιστα, και παρακαλεστά– και δεν διώχνουμε κανένα ξένο παρά αφού τον κακοκοιμίσουμε, τον κακοταΐσουμε, τον κακοποιήσουμε και τον καλομαδήσουμε.

Να, όμως, και λίγο περίκλειο πολιτιστικό ήθος:

Αγαπούμε και δουλεύουμε την ομορφιά χωρίς να τη συγχέουμε με την πολυτέλεια, και κυνηγούμε τη γνώση και τη σοφία χωρίς για τούτο να χάνουμε τον αντρισμό μας (Φιλοκαλούμεν μετ’ ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας).

Και η δική μας «κουλτούρα»:

Αγαπούμε και λατρεύουμε την πολυτέλεια και την «κιτσαρία», βαφτίζοντάς τις «ομορφιά». Και «δουλεύουμε» όσους δεν τις έχουν, και κυνηγούμε όσους κατέχουν κάποια γνώση και σοφία, και τους βαφτίζουμε με την τελευταία λέξη της παραπάνω περίκλειας φράσης…

Προχωρούσε ο Περικλής:

Χρησιμοποιούμε τα πλούτη μας μάλλον σαν ευκαιρία για έργα παρά για καυχησιάρικα λόγια.

Ανάλογα κι εμείς:

Χρησιμοποιούμε τα δημόσια έργα σαν ευκαιρία για να κάνουμε πλούτη, και καυχιόμαστε για την ατσιδοσύνη μας και τη φοροκλοπή μας…

Κι αμέσως μετά, ο Περικλής:

Θεωρούμε όποιον δεν ανακατεύεται στα πολιτικά ζητήματα όχι σαν άνθρωπο που κοιτάζει τη δουλειά του, αλλά σαν άνθρωπο άχρηστο (…ουκ απράγμονα, αλλ’ αχρείον).

Εμείς, επίσης:

Θεωρούμε όποιον ανακατεύεται στην πολιτική άνθρωπο που κάνει «δουλειές» (αρχαϊστί, «μπίζνες») και είναι «αχρείος» – και ώρες ώρες, δεν έχουμε διόλου άδικο.

Σ’ έναν άλλο λόγο του, ο Περικλής έλεγε (Β, 60, 3):

Ένας άντρας ευκατάστατος σχετικά με τις δικές του υποθέσεις, αν καταστραφεί η πατρίδα του, δεν χάνεται λιγότερο κι ο ίδιος· αν όμως κακοτυχήσει σε πολιτεία που ακμάζει, είναι πολύ πιο πιθανό να σωθεί.

Όσο για σήμερα:

Όχι ένας αλλά πάρα πολλοί πασχίζουν να γίνουν υπερευκατάστατοι, έστω κι αν η πατρίδα τους καταστραφεί απ’ αυτό. Και θεωρούν κακοτυχία κι αποτυχία τους να μην «μπαζωθούν» απ’ την παράλυση της πολιτείας τους.

Επειδή, όπως λέει ο ίδιος ο Θουκυδίδης σ’ ένα άλλο μέρος της Ιστορίας του (Α, 17) για τους τυράννους:

…όσοι εξουσίαζαν, κοίταζαν μόνο το δικό τους συμφέρον, τη ζωή και την καλοπέρασή τους, και πώς να μεγαλώσουν την (οικονομική και άλλη) δύναμη της γενιάς τους.

Και για να τελειώνουμε:

Στοχαστείτε, λέει ο Περικλής στον Επιτάφιο, πάλι, πως ευτυχία θα πει λευτεριά, λευτεριά θα πει ψυχή δυνατή, και μη δειλιάζετε μπροστά στους πολεμικούς κινδύνους (…το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον κρίναντες, μη περιοράσθε τους πολεμικούς κινδύνους).

Το οποίον εις τα καθ’ ημάς μεταφράζεται:

Στοχαστείτε πως ευτυχία θα πει ελευθερία να κάνεις και να παίρνεις ό,τι σου γουστάρει, ελευθερία θα πει «μάσα» δυνατή, και μη δειλιάζετε μπροστά στον κίνδυνο να σας τσακώσουν και να σας φυλακώσουν – τέτοιον κίνδυνο διατρέχουν μονάχα τα έσχατα κορόιδα… 

Κάπως έτσι, νομίζω, θα έπρεπε να συμπληρωθεί και ν’ «αντιστιχθεί» ο σύγχρονος «Επιτάφιος». Που πάει να γίνει Επιτάφιός μας κυριολεκτικά…

Με τιμή

Λ. ΘΗΣ»

Και για την αντιγραφή

Μ. ΠΛ.

ΣΗΜ.: Υποψιάζομαι πως η υπογραφή είναι ψευδώνυμη: «θήτες» λέγονταν οι εργάτες, κι αυτό το όνομα είχε δώσει ο Σόλων στην τέταρτη και τελευταία τάξη των Αθηναίων πολιτών.

Ο «Θης» χρησιμοποιεί στο γράμμα του τόσο τη μετάφραση του Επιτάφιου από τον Ι. Θ. Κακριδή, στα πέντε πρώτα αποσπάσματα και στο τελευταίο (Περικλέους Επιτάφιος, 1940), όσο και από την Έλλη Λαμπρίδη στα υπόλοιπα (Θουκυδίδου Ιστορία, 4 τόμοι, Γκοβόστης 1962).

13.10.91

*Η ανωτέρω επιφυλλίδα του Μάριου Πλωρίτη προέρχεται από την έκδοση του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία «Μάριος Πλωρίτης – Επιφυλλίδες 1989-2004» (πρώτος τόμος 1989-1992, επιλογή – επιμέλεια Θανάση Θ. Νιάρχου και Αντώνη Φωστιέρη).

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο