H κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν, ο οποίος θα ορκισθεί νέος πρόεδρος των ΗΠΑ στις 20 Ιανουαρίου, θα αλλάξει σημαντικά τη σημερινή κατάσταση των τουρκο-αμερικανικών σχέσεων, οι οποίες τα τελευταία χρόνια διέπονταν από την ιδιότυπη προσωπική σχέση μεταξύ του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με τον τούρκο ομόλογό του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Δύο τάσεις επικρατούν στο επιτελείο του νεοεκλεγέντος προέδρου των ΗΠΑ. Προς το παρόν επικρατεί η τάση της συνεννόησης, όμως ήδη τρέχει μια άτυπη προθεσμία κάποιων μηνών για την Αγκυρα.

Η Τουρκία φαίνεται να είναι αντικείμενο θερμών συζητήσεων στην ομάδα εξωτερικής πολιτικής του Μπάιντεν καθώς προετοιμάζεται για τη μεταβίβαση εξουσίας, με δύο κυρίαρχες τάσεις να εκφράζονται, περιγράφει ο Μετίν Γκουρτσάν, τούρκος αναλυτής του Ινστιτούτου Μεσανατολικής Πολιτικής στην Ουάσιγκτον.

Η πρώτη τάσσεται υπέρ της συνεργασίας και της πλήρους αποκατάστασης των σχέσεων Ουάσιγκτον – Αγκυρας. Οι υποστηρικτές αυτής της προσέγγισης βλέπουν την Τουρκία ως σημαντική σύμμαχο και μια χώρα – κλειδί στη νότια πτέρυγα του ΝΑΤΟ, την οποία οι ΗΠΑ δεν αντέχουν να χάσουν ή να της επιτρέψουν να απομακρυνθεί από το δυτικό αμυντικό μπλοκ προς τη Ρωσία. Μια σκληρή στάση της Αμερικής και επιβαρυντικές οικονομικές κυρώσεις, πιστεύουν οι σύμβουλοι του Μπάιντεν που τάσσονται υπέρ αυτής της ήπιας προσέγγισης, θα μπορούσε να ενισχύσει περισσότερο τον αυταρχισμό του Ερντογάν. Ετσι, θεωρούν ότι η Ουάσιγκτον θα πρέπει να δέσει την Τουρκία στο δυτικό αμυντικό μπλοκ με κάθε κόστος, χρησιμοποιώντας κίνητρα στην οικονομία, τη διπλωματία και την ασφάλεια, ωθώντας παράλληλα τη χώρα σε ήπιες, δημοκρατικές αλλαγές, μέσω έξυπνων δεσμεύσεων που θα ενισχύουν την αντιπολίτευση.

Οι κύκλοι που στηρίζουν τον Ερντογάν, οι οποίοι τάχθηκαν ανοιχτά υπέρ του Τραμπ στις εκλογές, αναγνωρίζουν τη σημασία αυτής της προσέγγισης. Η Αγκυρα καθυστέρησε να συγχαρεί τον Μπάιντεν για τη νίκη του στις εκλογές, αλλά μετά το συγχαρητήριο μήνυμα της 10ης Νοεμβρίου, έχει αποδυθεί σε μια προσπάθεια προσέγγισης του νέου προέδρου. Σε ένα αξιοσημείωτο άρθρο στη φιλοκυβερνητική τουρκική εφημερίδα «Σαμπάχ» στις 14 Νοεμβρίου, ο Μπουρχανετίν Ντουράν, επικεφαλής γνωστού φιλοκυβερνητικού think tank, συνδέει τις πρόσφατες υποσχέσεις του Ερντογάν για οικονομικές, δικαστικές και δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις με «μια νέα εποχή στη διεθνή πολιτική» λόγω της νίκης Μπάιντεν.

Σύμφωνα με τούρκους υποστηρικτές της συμφιλίωσης, εξηγεί ο Γκουρτσάν σε άρθρο του στην ιστοσελίδα al-Monitor, η Αγκυρα μπορεί να βοηθήσει την κυβέρνηση Μπάιντεν στις προσπάθειες διόρθωσης των υπερατλαντικών δεσμών και περιορισμού της Ρωσίας στη Λιβύη, τη Συρία και την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μαύρη Θάλασσα και την περιοχή του Καυκάσου.

Θέλουν συμφιλίωση

Εκείνοι που τάσσονται υπέρ της συμφιλιωτικής πολιτικής με την Αγκυρα φαίνεται να έχουν το πάνω χέρι αυτή τη στιγμή στην ομάδα εξωτερικής πολιτικής του Μπάιντεν. Δείχνει λογικό να περιμένουμε ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν θα ακολουθήσει μια συμφιλιωτική προσέγγιση στη διάρκεια των πρώτων μηνών για να δοκιμάσει την αντίδραση της Αγκυρας και να διαμορφώσει ανάλογα την πολιτική της. Αποτυχία συνεργασίας με την Αγκυρα θα οδηγήσει σε μια εναλλακτική προσέγγιση αντιπαράθεσης και εξαναγκασμού.

Οι υποστηρικτές αυτής της προσέγγισης – υπολογίζεται ότι αποτελούν περίπου το 1/3 της ομάδας εξωτερικής πολιτικής του Μπάιντεν – πιστεύουν σε μια «στρατηγική μαστιγίου» απέναντι στην Τουρκία, η οποία θα ξεκινήσει με ένα άμεσο, σημαντικό πακέτο κυρώσεων και με μια σκληρή διπλωματική στάση, με πολιτικά και οικονομικά μέσα. Το πεδίο είναι, ουσιαστικά, έτοιμο, για μια τέτοια προσέγγιση. Η αγορά από την Τουρκία των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 προκάλεσε τέτοιες αντιδράσεις, ώστε ήδη σημαντικές κυρώσεις εναντίον της έχουν νομοθετηθεί και είναι έτοιμες να επιβληθούν ανά πάσα στιγμή. Θα είναι ιδιαίτερα οδυνηρές για την Αγκυρα. Υπάρχει επίσης η έρευνα στις ΗΠΑ εις βάρος της Halkbank, της τουρκικής τράπεζας που κατηγορείται ότι βοήθησε το Ιράν να παρακάμψει τις αμερικανικές κυρώσεις. Η έρευνα, λένε πολλοί στην Ουάσιγκτον, μπορεί να επεκταθεί σε μέλη της οικογένειας Ερντογάν.

Συνολικά, οι κρίσεις στις σχέσεις Τουρκίας – ΗΠΑ είναι τόσο πολλές και τόσο σοβαρές, ώστε ο Μπάιντεν και ο Ερντογάν θα πρέπει να προσπαθήσουν πολύ για να βρουν κοινό έδαφος. Υπάρχουν αρκετά θέματα που βαραίνουν τις διμερείς σχέσεις. Αναμφισβήτητα, κύριο θέμα είναι το Κουρδικό και η προοπτική μιας νέας τουρκικής στρατιωτικής επιχείρησης εναντίον των ομάδων των Κούρδων της Συρίας. Ο Μπάιντεν τάσσεται υπέρ του διαλόγου με τους Κούρδους και τις ένοπλες Μονάδες Προστασίας του Λαού (YPG), τις οποίες η Αγκυρα χαρακτηρίζει τρομοκρατικές, θεωρώντας ότι συνδέονται με το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (ΡΚΚ), με το οποίο μάχεται εδώ και 4 δεκαετίες. Θεωρείται πιθανή μια νέα τουρκική στρατιωτική επιχείρηση στη Βόρεια Συρία στην αρχή της επόμενης χρονιάς εναντίον των Κούρδων.

Η υπόθεση της Halkbank

Δεύτερον, ο Μπάιντεν είναι πιθανότατο να αφήσει να εξελιχθεί η υπόθεση της Halkbank (την οποία ο Τραμπ είχε σταματήσει). Η υπόθεση μπορεί να επηρεαστεί από την πολιτική που θα υιοθετήσει ο Μπάιντεν έναντι του Ιράν. Το τρίτο θέμα είναι η πιθανή ενεργοποίηση των S-400 που διαθέτει η Τουρκία που είχε ως αποτέλεσμα την απομάκρυνσή της από το πρόγραμμα κατασκευής των μαχητικών αεροσκαφών F-35. Οι τέσσερις συστοιχίες S-400 βρίσκονται αυτή τη στιγμή στην Αγκυρα και είναι έτοιμες να αναπτυχθούν. Η Ουάσιγκτον έχει απειλήσει με κυρώσεις στην περίπτωση πλήρους ενεργοποίησης των συστημάτων, δηλαδή εάν τοποθετηθούν και λειτουργήσουν τα ραντάρ τους για να εντοπίζουν αεροσκάφη. Η Αγκυρα μάλλον δεν θα προχωρήσει σε κάτι τέτοιο προτού αναλάβει τα καθήκοντά του ο Μπάιντεν τον Ιανουάριο. Θα κρατά την απόφαση ως διαπραγματευτικό χαρτί εάν απειληθούν κυρώσεις στον Ερντογάν και την οικογένειά του ή ενόψει στρατιωτικής επιχείρησης στη Συρία.

Αλλη μια σημαντική πρόκληση για τις διμερείς σχέσεις αποτελεί η κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο. Οι ΗΠΑ έχουν ενισχύσει τη στρατιωτική συνεργασία με την Ελλάδα και την Κύπρο καθώς η Αγκυρα προσεγγίζει τη Μόσχα. Η Τουρκία ανησυχεί ότι ο Μπάιντεν μπορεί να συσφίξει ακόμα περισσότερο τους δεσμούς με την Αθήνα καθώς ήδη έχει κατηγορήσει την Αγκυρα για «προκλητικές δράσεις» στην περιοχή.

Και η εσωτερική κατάσταση στην Τουρκία μπορεί να υποδαυλίσει την ένταση με την Ουάσιγκτον – το κράτος δικαίου, η ελευθερία του Τύπου και άλλα θέματα όπως η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί που είχε προκαλέσει τον Ιούλιο μια έντονη καταδικαστική δήλωση εκ μέρους του Μπάιντεν. Μετά την εκλογή Μπάιντεν ο Ερντογάν έσπευσε να προαναγγείλει μεταρρυθμίσεις στην οικονομία και τη δικαιοσύνη (χωρίς να δώσει περισσότερες πληροφορίες), ενώ μόλις χθες αρνήθηκε την απελευθέρωση του ηγέτη των Κούρδων Σελαχατίν Ντεμιρτάς, ο οποίος βρίσκεται εδώ και 4 χρόνια στη φυλακή. Ενταση στις διμερείς σχέσεις μπορεί να προκαλέσει και η σύγκρουση μεταξύ Αζερμπαϊτζάν και Αρμενίας για το Ναγκόρνο Καραμπάχ, καθώς μάλιστα ο Μπάιντεν έχει υποστηρίξει την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων.

Η κυβέρνηση Μπάιντεν κληρονομεί μεγάλες διαφορές με την Τουρκία και ακόμα και αν προσπαθήσει με μετριοπαθή τρόπο να τις επιλύσει, ο Ερντογάν φαίνεται να μη διαθέτει πια μια ομάδα ικανή για σημαντικές διμερείς συζητήσεις. Την ίδια ώρα η Μόσχα φαίνεται να αυξάνει την πίεση προς την Αγκυρα για τη Συρία, τη Λιβύη, τη Μαύρη Θάλασσα, το Ναγκόρνο Καραμπάχ και τα ενεργειακά ως απάντηση σε μια πιθανή προσέγγιση της Τουρκίας με την Ουάσιγκτον. Οι αναλυτές είναι περίεργοι να δουν πως θα ισορροπήσει την επόμενη χρονιά η κυβέρνηση Ερντογάν μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο