Ακόμη κι άσχετες να ήταν επί της ουσίας μεταξύ τους, οι δύο δίκες μοιραία θα γίνονταν αντικείμενο σύγκρισης. Λόγω της χρονικής σύμπτωσης, φυσικά: η μία παίρνει, λες, τη σκυτάλη από την άλλη. Λόγω της μεγάλης δημοσιότητας γύρω από αυτές. Κυρίως όμως λόγω της ύπαρξης ενός εμβληματικού νεκρού. Παύλος και Ζακ, δύο νέοι άνθρωποι που χάθηκαν δύο μαύρους Σεπτέμβρηδες με πέντε χρόνια διαφορά μεταξύ τους, 34 ετών ο ένας, 33 ο άλλος. Πόση σχέση έχουν τελικά οι δύο φόνοι μεταξύ τους;

Μεγάλη. Μεγαλύτερη απ’ ό,τι θα νόμιζε κανείς με μια πρώτη ματιά. Οχι ως προς τις προσωπικότητες των θυμάτων: ο ράπερ από το Πέραμα ήταν πολύ διαφορετικός από τον γεννημένο στην Αμερική ακτιβιστή για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ. Ούτε ως προς τις ταυτότητες των δραστών: στη μία περίπτωση έχουμε έναν φασίστα, στην άλλη έναν «νομοταγή πολίτη» – ή περισσότερους. Η σύγκριση των δύο υποθέσεων αποκαλύπτει όμως μια σκοτεινή πλευρά της ελληνικής κοινωνίας. Που ξεκινά από έναν βαθύ συντηρητισμό και φτάνει μέχρι τον ρατσισμό και την ομοφοβία.

Το σοκ από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα ήταν βέβαια πάνδημο. Αυτό δεν εμπόδισε εκατοντάδες χιλιάδες συμπολίτες μας να συνεχίσουν να ψηφίζουν τη Χρυσή Αυγή τα επόμενα χρόνια. Αρκετά περισσότερους να εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να πιστεύουν ότι εκείνος ο φόνος δεν ήταν μια οργανωμένη πράξη μιας εγκληματικής οργάνωσης, αλλά μια ατομική πρωτοβουλία ενός θερμόαιμου στελέχους της. Κι ακόμη περισσότερους να ονειρεύονται αυταρχικούς ηγέτες που λύνουν προβλήματα, όχι σκοτώνοντας βέβαια ή, εν πάση περιπτώσει, όχι σκοτώνοντας ανοιχτά, δημόσια, προκλητικά. Δεν θέλουμε αίμα στις οθόνες.

Αντίθετα με τον Φύσσα, ο Ζακ Κωστόπουλος άργησε να «δικαιωθεί» – αν υποθέσουμε ότι είναι σήμερα δικαιωμένος. Για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τη δολοφονία του, με ευθύνη των αρχών, της αστυνομίας και των μέσων ενημέρωσης, ήταν ένας τοξικοεξαρτημένος ληστής που εγκλωβίστηκε σε ένα κοσμηματοπωλείο και τραυματίστηκε θανάσιμα ενώ προσπαθούσε να βγει από τη σπασμένη τζαμαρία. Μια εκδοχή βολική για τη συλλογική συνείδηση – αλλά εντελώς ψευδής. Ο Ζακ δεν είχε πάρει ναρκωτικά. Δεν είχε σκοπό να ληστέψει. Δεν είχε μαχαίρι ούτε επιτέθηκε σε κανέναν. Πρώτα έπεσε θύμα τραμπουκισμού. Κι ύστερα τον λίντσαραν μανιασμένοι άνθρωποι εν μέσω της απάθειας του πλήθους.

Αν όμως βγει ένα συνεργείο σήμερα στον δρόμο και ρωτήσει τους περαστικούς, λίγοι θα έχουν αυτή την εικόνα. Από την άποψη αυτή, η δίκη που αρχίζει σήμερα είναι ποιοτικά διαφορετική από εκείνη της Χρυσής Αυγής. Γιατί είναι λιγότερα πράγματα «προφανή». Και εδώ, όπως και εκεί, οι δικαστές θα κληθούν να κάνουν τη δουλειά τους ανεπηρέαστοι από το «κοινό περί του δικαίου αίσθημα». Εκτός από τους δράστες, όμως, θα δικαστούν μοιραία και οι ευαισθησίες μας.

«Μην κλείνετε τα μάτια», μας ζητούν με κοινό τους κείμενο οκτώ ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεις. Καταλαβαίνουμε άραγε τι εννοούν;

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο