Σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό η επίτευξη του επιθυμητού στόχου για ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας περνάει στις μέρες μας και μέσα από τις πολλαπλές δυνατότητες και επιλογές για μια επιτυχημένη «μεταφορά τεχνολογίας» από το εργαστήριο στη παραγωγή.  Μια μεταφορά τεχνολογίας με τρόπο οργανωμένο και διαφανή μιας και τα περισσότερα εργαστήρια ανήκουν σε φορείς και οργανισμούς δημοσίου συμφέροντος – ερευνητικά κέντρα, πανεπιστήμια κ.α.

Το ζήτημα της «μεταφοράς τεχνολογίας» δεν είναι τεχνικό αλλά εξόχως πολιτικό. Και αυτό γιατί το αποτέλεσμα της έρευνας που παράγεται σε ένα εργαστήριο Πανεπιστημίου ή Κέντρου, Ιδρύματος κλπ πρέπει στο τέλος της μέρας να μείνει και να αξιοποιηθεί στο πλαίσιο της εγχώριας αγοράς και ένα μέρος από τα έσοδα και τα κέρδη που θα υπάρξουν από την εμπορική αξιοποίηση του να επιστρέψουν πίσω στη πηγή της ανακάλυψης για να μπορέσει να χρηματοδοτηθεί η επόμενη έρευνα και να βρουν δουλειά νέοι εκλεκτοί ερευνητές και εξειδικευμένοι επιστήμονες που ενδεχομένως έχουν επιλέξει το δρόμο της ξενιτιάς.

Με άλλα λόγια, εκείνο που χρειαζόμαστε είναι οι πρακτικές λύσεις σε συνδυασμό με ριζικές αλλαγές στο σκέλος της νοοτροπίας και των συμπεριφορών – εν γένει, στο σκέλος της κουλτούρας που συνδέει την έρευνα με την παραγωγή. Και μαζί με τις πρακτικές λύσεις απαιτούνται και αποδείξεις.

Για παράδειγμα, αν έμπαινε μπροστά μια γραμμή παραγωγής σε μια ή περισσότερες επιχειρήσεις στο τόπο μας για να κατασκευάσει το αερόχημα – ένα μεγάλο έξυπνο drone-που είναι αποτέλεσμα της δουλειάς που γίνεται στο Ερευνητικό Κέντρο Μη-επανδρωμένων Αεροχημάτων υπό τον καθηγητή Κύρο Υάκινθο (στο ΚΕΔΕΚ, το ερευνητικό κέντρο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης) ή το σύνθετο διαγνωστικό τεστ για τον κορονοιό και την γρίπη από την BIOPIX-T, μια εταιρεία από τα σπλάχνα του ΙΤΕ (ερευνητές από το Εργαστήριο Βιοαισθητήρων του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Ερευνας στο Ηράκλειο Κρήτης που διευθύνεται από την καθηγήτρια Ηλέκτρα Γκιζελή) τα πράγματα θα έπαιρναν κανονικά τον δρόμο τους.

Τα δύο προαπαιτούμενα

Από τη μια, είναι να φτάσει νόμιμα, οργανωμένα και με διαφάνεια το προϊόν ή η υπηρεσία στην αγορά και από την άλλη, η παραγωγή του να γίνει σε μονάδες που βρίσκονται και λειτουργούν στη χώρα μας. Μόνον έτσι αξιοποιείται το διανοητικό κεφάλαιο και η ίδια η χώρα έχει επιστροφή στην επένδυση της. Γιατί κακά τα ψέματα επένδυση είναι τα χρήματα που δαπανά για την λειτουργία των Πανεπιστημίων, των ερευνητικών κέντρων και ιδρυμάτων η χώρα μας.

Μέχρι στιγμής η «μεταφορά τεχνολογίας» γίνεται με δύο βασικούς τρόπους. Ο ένας είναι η δημιουργία μιας εταιρείας τεχνοβλαστός (spin-off) όπου το Πανεπιστήμιο ή το Ερευνητικό Κέντρο είναι ένας εξ αρχής μέτοχος και συνεταίρος των ερευνητών. Ο άλλος τρόπος έχει να κάνει με τις πατέντες και την εμπορική τους αξιοποίηση μέσω συμφωνιών με συγκεκριμένο αντίτιμο. Το Πανεπιστήμιο ή το Ερευνητικό Κέντρο παρέχει το δικαίωμα της χρήσης της πατέντας κρατώντας για τον εαυτόν του δικαιώματα που μεταφράζονται σε χρήμα.

Στο σημείο αυτό χρειάζεται να αποσαφηνιστούν τρία βασικά ζητήματα.

  1. Το ένα αφορά τα ίδια τα Πανεπιστήμια και τα Ερευνητικά Κέντρα και τις διαδικασίες με τις οποίες φθάνουν στο τελικό αποτέλεσμα δηλαδή τις γίνεται με την δημιουργία spin-off και την κατοχύρωση πατεντών.
  2. Το δεύτερο αφορά τους ιδιώτες, τις ελληνικές παραγωγικές επιχειρήσεις και το κατά πόσο ανταποκρίνονται στα αποτελέσματα της έρευνας που φθάνει στη πόρτα τους.
  3. Το τρίτο και πιο σημαντικό είναι ο ρόλος του Κράτους και το κατά πόσο θέτει στην υπηρεσία της «μεταφοράς τεχνολογίας» το λεγόμενο οπλοστάσιο των Αναπτυξιακών Νόμων, του ΕΣΠΑ κλπ. Μια σκέψη θα ήταν το Κράτος να ερχόταν αρωγός σε επιτυχημένα παραδείγματα «μεταφοράς τεχνολογίας». Τρόποι υπάρχουν και μπορούν να βρεθούν και άλλοι πάντα στο πλαίσιο των κανόνων της ελεύθερης αγοράς και του σεβασμού του ανταγωνισμού.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο