Κλείνει μήνας σήμερα από την ημέρα που το «Oruc Reis» ξεκίνησε να κόβει βόλτες στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο, και λογικά ένα πάρτι θα το έχει οργανώσει ο πρόεδρος Ερντογάν για να το γιορτάσει μαζί με τους φίλους του. Αλλά αν καταλαβαίνω σωστά παρακολουθώντας τον τουρκικό Τύπο, το έργο δεν φαίνεται να συγκινεί και τόσο τα μεγάλα στρώματα της τουρκικής κοινωνίας. Κοιτάζω ας πούμε το χθεσινό πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Χουριέτ» εκ των πλέον σημαντικών της γειτονικής χώρας (με αφορμή τη… φιλοξενία των προχθεσινών απόψεών μου – πρωτοσέλιδα, παρακαλώ!!!), και το «Oruc Reis» και η περιοδεία του, 33 μίλια μακριά από το Καστελλόριζο δε, είναι… 5η είδηση. Με μια μικρή φωτογραφία, εκείνη την κλασική που έχουμε και εμείς εδώ και το δείχνουν να συνοδεύεται από τις τουρκικές φρεγάτες, και τίποτε περισσότερο. Τα υπόλοιπα θέματα της πρώτης σελίδας αφορούσαν την τρέχουσα κοινωνική και πολιτική επικαιρότητα της Τουρκίας, και κατά το επικρατούν σύστημα στα πρωτοσέλιδα εκεί, κοσμούνταν με πλήθος φωτογραφιών πολύ μεγαλύτερων φυσικά εκείνης που συνόδευε το θέμα με το ερευνητικό σκάφος «Oruc Reis». Γιατί αυτό; Γιατί αν βρισκόμασταν παραμονές πολεμικής σύγκρουσης οι εφημερίδες στην Τουρκία, που έχουν αυστηρό έλεγχο από το καθεστώς, θα είχαν πρώτο θέμα τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Και σωστά, θα πρόσθετα. Γίνομαι αντιληπτός;

Διάλογος με ίσους όρους

Ελπίζω, διότι όπως δείχνουν τα πράγματα ο δρόμος στα ελληνοτουρκικά θα είναι μακρύς, και όχι ευθεία. Κακοτράχαλος, με λακκούβες, και με στροφές θα είναι. Και επειδή ούτε και οι απέναντι μασάνε ό,τι τους σερβίρει η καθεστωτική προπαγάνδα, είναι νομίζω απαραίτητο να ξεφύγουμε λιγάκι από τη μέγγενη της προπαγάνδας και να κοιτάξουμε την αλήθεια κατάματα. Και επειδή οι δικές μου απόψεις, όπως διαπίστωσα, έγιναν θέμα στα γειτονικά μέσα ενημέρωσης, έχω να προσθέσω κάτι ακόμη στα όσα έγραφα προχθές και τα οποία σημειωτέον πάντα πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω: διάλογος δεν γίνεται με τον ένα να απειλεί και τον άλλο να νιώθει απειλούμενος. Διάλογος δεν γίνεται με τον ένα να έχει το πιστόλι στον κρόταφο του άλλου. Διάλογος γίνεται μεταξύ δύο ισότιμων συνομιλητών που θα καθίσουν σε ένα τραπέζι, θα καταγράψουν τα προβλήματα μεταξύ τους, θα καταγράψουν και τα αιτήματα του ενός έναντι του άλλου, και μετά θα ξεκινήσουν να συζητούν. Με σειρά, οργανωμένα και με προγραμματικά βήματα. Σε διαφορετική περίπτωση, το οικοδόμημα (του διαλόγου) θα καταρρεύσει και μοιραία η κατάσταση θα αλλάξει πίστα. Θα πάει αλλού. Εκεί απ’ όπου δεν θα υπάρχει επιστροφή. Και αυτό δεν το θέλει κανείς. Ούτε εμείς, ούτε οι άλλοι. Για χίλιους και έναν λόγους. Επειδή και σε μας και σε εκείνους, πάει καιρός που η δεξαμενή με τους ήρωες και τις ηρωικές τους πράξεις έχει στερέψει. Και οι κοινωνίες μας δεν αντέχουν τα φέρετρα από τα πεδία των μαχών…

Το φρενοκομείο

Μιλάνε πολλοί, εδώ, εν Ελλάδι μεταξύ μας, στρατόκαυλοι αλλά και ακροδεξιά νούμερα για «τη νύχτα των Ιμίων» και τη δήθεν προδοτική στάση του Σημίτη και του Πάγκαλου, που αποδέχθηκαν τη λύση των Αμερικανών για την κρίση, όπως την περιέγραφε και την περιέκλειε η φράση «no ships, no troops, no flags» (όχι πλοία, όχι στρατεύματα, όχι σημαίες). Και ψέγουν τον Κώστα Σημίτη (σημειωτέον, τον καλύτερο πρωθυπουργό που είχε η χώρα τα τελευταία χρόνια, άσχετα από το αν αδικήθηκε από τους συνεργάτες του), διότι την επομένη της λύσης της κρίσης, πήγε στη Βουλή, και ευθαρσώς ευχαρίστησε τους Αμερικανούς για την παρέμβασή τους. Το βρήκαν δουλικό και δουλοπρεπές οι Ελληνάρες. Και στα όρια της προδοσίας (στα κάγκελα και για πολλά χρόνια επ’ αυτού ο Τύπος της Δεξιάς, να τα λέμε και αυτά…).

Κανείς όμως δεν λέει ότι εκείνο το βράδυ του Ιανουαρίου του 1996, σε μια περιοχή μερικών τετραγωνικών χιλιομέτρων γύρω από τα Ιμια είχε εγκλωβιστεί το σύνολο σχεδόν των πολεμικών πλοίων Ελλάδας και Τουρκίας. Και πως το κάθε πλοίο είχε «κλειδώσει» το απέναντί του, και αντιστρόφως, με αποτέλεσμα ένας τρελός από μας ή από εκείνους να πατούσε ένα κουμπί, θα είχαμε το Περλ Χάρμπορ του Αιγαίου, με εκατοντάδες ή και χιλιάδες νεκρούς.

Γιατί δεν το λέει κανείς; Διότι όλοι αυτοί οι υπερπατριώτες αρέσκονται στο να «καυλαντίζουν» από την ασφάλεια που τους παρέχει το σπιτάκι τους, και στο όνομα μιας ισχύος που δεν υπάρχει!

Τώρα την «πέφτουν» στον Μητσοτάκη, ζητώντας του να εγκαταλείψει τη διπλωματική οδό και να προχωρήσει σε ενέργειες. Τι ενέργειες όμως; Να βυθίσει το «Oruc Reis»; Να το βυθίσει, εγώ σου λέω. Μετά όμως πώς θα κλείσει η πόρτα του φρενοκομείου, που θα έχει ανοίξει; Και ποιος θα αναλάβει την πρωτοβουλία να την κλείσει;

Περί αλληλεγγύης και δακρύων

Ο πρόεδρος Ερντογάν απειλεί, απειλεί και απειλεί, και συνεχίζει να απειλεί, σαν να μην υπάρχει τίποτε άλλο στο λεξιλόγιο και την πολιτική του φαρέτρα. Εμείς μένουμε στις απειλές του, και τρέχουμε ανά την Ευρώπη να τον καταγγείλουμε όπως και όπου μπορούμε που απειλεί ένα κράτος-μέλος της μεγάλης ευρωπαϊκής οικογένειας. Ζητάμε εναγωνίως αλληλεγγύη. Και παραγνωρίζουμε τι διδάσκει επ’ αυτού το παρελθόν.

Μα πότε επιδείχθηκε αυτή η αλληλεγγύη, ώστε να μπορούμε να την αναζητήσουμε εκ νέου, και να επαναληφθεί; Το 2010 εκείνος ο έρμος ο Γιώργος (Παπανδρέου) παρακαλούσε να μας στηρίξουν ουσιαστικά και όχι στα λόγια για να μη χρεοκοπήσει η χώρα, και εκείνοι όχι απλώς μας γύρισαν την πλάτη, αλλά συνασπίστηκαν κιόλας για να μας πατήσουν σαν ώριμο σύκο στο οδόστρωμα.

Γιατί το έκαναν; Γιατί ήθελαν, λέει, να μας χρησιμοποιήσουν ως παράδειγμα προκειμένου να μας βλέπουν άλλες χώρες οι οποίες είχαν οικονομικά προβλήματα και να παραδειγματίζονται. Εχω την αίσθηση ότι το ίδιο κάνουν και τώρα. Αποφεύγουν συστηματικά να επιβάλουν κυρώσεις στην Τουρκία γιατί έχουν να κάνουν με τον απρόβλεπτο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Που δεν γονάτισε στην πόρτα τους να τους παρακαλάει με δάκρυα στα μάτια να τον εντάξουν στην Ευρωπαϊκή Ενωση, όταν η Ευρώπη για «Χ» λόγους, του έκοψε τον δρόμο προς την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας του.

– Δεν με θέλετε; τους είπε. Πολύ ωραία, γιατί είχα κι εγώ κάτι ενδοιασμούς καθότι είμαι, νιώθω, πολύ Ανατολή και αυτά τα ευρωπαϊκά με τα ανθρώπινα και ατομικά δικαιώματα, την ελευθερία του Τύπου, τη διάκριση των εξουσιών, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης κ.λπ. με ενοχλούν. Μου πέφτουν βαριά και μου κάθονται στο στομάχι, και ως εκ τούτου μου είναι αδύνατον να τα χωνέψω.

Εμείς κάθε φορά που η Τουρκία κάνει κάτι που το θεωρούμε εις βάρος μας, τρέχουμε να κλάψουμε στους ώμους τους. Πότε θα καταλάβουμε ότι μας έχουν βαρεθεί;

Γράψτε το σχόλιό σας