Το ύφος ήταν απροσδόκητα οξύ για τον συνήθως ήπιο κυβερνητικό εκπρόσωπο. «Κρείττον του λαλείν το σιγάν», είπε ο Στέλιος Πέτσας την περασμένη Πέμπτη όταν ρωτήθηκε για τον διάλογο που είχαν (χωρίς να ξέρουν ότι τα μικρόφωνα ήταν ανοικτά) ο Ζοζέπ Μπορέλ με την υπουργό Αμυνας της Γερμανίας. Την επομένη επανήλθε, λέγοντας ότι «ο κ. Μπορέλ εκπροσωπεί τα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ενωσης και τα υπόλοιπα δεν χρειάζονται».

Τι προκάλεσε την ενόχληση της κυβέρνησης, σε σημείο που να συνιστά αλαλία στον ύπατο εκπρόσωπο της ΕΕ για την Εξωτερική Πολιτική; Σίγουρα όχι το ότι ο τελευταίος είπε στην Καρενμπάουερ πως οι Τούρκοι είναι πολύ εκνευρισμένοι με την υπογραφή της συμφωνίας Ελλάδας – Αιγύπτου και θεωρούν τους Ελληνες αναξιόπιστους. Αυτό το ξέραμε, άλλωστε δεν το κρύβουν ούτε οι ίδιοι. Και ο Μπορέλ το ανέφερε για να εξηγήσει την προηγούμενη φράση της υπουργού πως οι επαφές του Χάικο Μάας στην Τουρκία ήταν πολύ δύσκολες. Μήπως θα περιμέναμε, για να είμαστε ευχαριστημένοι, να διανθίσει το «οι Τούρκοι» με τους χαρακτηρισμούς που αφθονούν στον δικό μας δημόσιο λόγο;

Οχι, όχι, δεν μπορεί να είναι αυτό, ο Μπορέλ δεν δικαιούται, ακόμη κι αν το ήθελε, να χρησιμοποιήσει αυτή τη γλώσσα. Αυτό που μάλλον του καταλογίζει η Αθήνα είναι ότι η εν γένει πολιτεία του είναι υπερβολικά «ευπρεπής» σε μια στιγμή που οι Τούρκοι προκαλούν όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά και την Ευρώπη. Οτι είναι «ισαποστάκιας», όπως και ο ΓΓ του ΝΑΤΟ.

Aκόμη κι αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, θα ήταν αφελές να αποδοθεί σε οικονομικά συμφέροντα ή σε κάποιον υφέρποντα φιλοτουρκισμό, όπως υπαινίσσονται οι «γνωρίζοντες». Εμπειρος και ικανός διπλωμάτης, ο ύπατος εκπρόσωπος έχει τρεις λόγους να είναι προσεκτικός με την Τουρκία. Ο ένας είναι πως πρέπει να αναζητά διαρκώς μια ισορροπία ανάμεσα σε διάφορες απόψεις και προσεγγίσεις στο εσωτερικό της Ενωσης. Ο δεύτερος, ότι η Ευρώπη προσπαθεί να μη στριμώξει στη γωνία τον Ερντογάν, γιατί αυτό θα τον καθιστούσε πολύ επικίνδυνο. Και ο τρίτος, ναι, ότι όπως είπε η Ανγκελα Μέρκελ «πρέπει να υποστηρίξουμε τους έλληνες φίλους μας όπου έχουν δίκιο». Ε, πώς να το κάνουμε, δεν έχουμε σ’ όλα δίκιο.

Σε κάθε περίπτωση, εκτός βεβαίως ακραίων καταστάσεων, δεν είναι παραγωγικό να συγκρούεται δημοσίως μια κυβέρνηση με έναν υψηλόβαθμο ξένο αξιωματούχο που εμπλέκεται ενεργά σε μια κρίση, είτε διμερή όπως είχε συμβεί με τον Μάθιου Νίμιτς στις διαπραγματεύσεις για το Μακεδονικό είτε πιο σύνθετη όπως συμβαίνει τώρα με τις σχέσεις με την Τουρκία. Ούτε είναι χρήσιμο το σιγάν. Αντιθέτως, αυτό που απαιτείται είναι να λυθούν οι γλώσσες, όχι για να εκτοξεύονται απειλές, αλλά για να πέφτουν οι τόνοι, να συζητούνται οι διαφορές, να ξεμπερδεύονται οι κόμποι και να επιτυγχάνονται συγκλίσεις.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο