Το 1961, στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου, ο γερμανός πολιτικός επιστήμονας Ρίχαρντ Λέβενταλ εισήγαγε τον όρο της «φινλανδοποίησης».

Το υπόδειγμα ήταν η μεταπολεμική Φινλανδία. Μια χώρα τυπικής εθνικής κυριαρχίας και υποτακτικής ουδετερότητας, η οποία είχε βασική προϋπόθεση της ύπαρξής της να μην ενοχλεί έναν ισχυρό γείτονα.

Στην προκειμένη περίπτωση, τη Σοβιετική Ενωση.

Ζούσε έτσι σε καθεστώς αυτολογοκρισίας, αυτοσυγκράτησης κι αυτοπεριορισμού απέναντι σε μια υπερδύναμη που ασκούσε επικυριαρχία στη φινλανδική πολιτική.

Στην ίδια τη Φινλανδία το αποκαλούσαν «δόγμα Παασικίβι», από το όνομα του πρωθυπουργού (και μετέπειτα προέδρου της χώρας), ο οποίος είχε υπογράψει μια σειρά μεταπολεμικές συμφωνίες με τη Μόσχα, το 1948-49.

Η «φινλανδοποίηση» απέναντι στη Σοβιετική Ενωση εξελίχθηκε σε έναν εφιάλτη ή σε ένα σκιάχτρο για το σύνολο του δυτικού κόσμου με πρώτη την (τότε) Δυτική Γερμανία. Ευτυχώς χωρίς συνέπειες.

Τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών κάτι αντίστοιχο επιδιώκει σήμερα ο Ερντογάν με την Ελλάδα. Την «ερντογανοποίησή» της.

Τη μετατροπή της δηλαδή σε κράτος περιορισμένης ή τυπικής προσωπικότητας, το οποίο θα τελεί υπό την πατρωνία της Αγκυρας. Θα πρέπει, ας πούμε, να αποδεχτεί μια λογική «συγκυριαρχίας» στο Αιγαίο, να μην ερεθίζει την Τουρκία, να την αβαντάρει στην Ευρωπαϊκή Ενωση και φυσικά να ρωτάει τον Ερντογάν αν μπορεί να κάνει συμφωνία με την Αίγυπτο ή το Ισραήλ.

Η μέθοδος είναι ο διαρκής εκβιασμός και εκφοβισμός.

Μέθοδος ιδιαίτερα σατανική αν αναλογιστεί κανείς ότι υπάρχουν υποψήφιοι στην Ευρώπη και την Ελλάδα πρόθυμοι να την αποδεχτούν και να υποκύψουν.

Τα κίνητρα των ευρωπαίων υποψηφίων είναι εύκολο να κατανοηθούν. Δεν θα είχαν αντίρρηση να δεχτούν μια περιφερειακή επικυριαρχία της Τουρκίας υπό την προϋπόθεση ότι η επικυρίαρχος Τουρκία θα αποδεχόταν τον ρόλο του προνομιακού συνομιλητή με την Ευρώπη. Θα διασφάλιζαν έτσι και τις μπίζνες και την ησυχία τους. «Μ’ έναν σμπάρο…».

Εχω την αίσθηση ότι η Γερμανία (και όχι μόνο…) φλέρταρε με την ιδέα, αλλά έκανε πίσω μπροστά στις αντιδράσεις.

Τα κίνητρα των ελλήνων εθελοντών είναι λιγότερο κατανοητά. Εκτείνονται από έναν μεταμοντέρνο ραγιαδισμό και μια «ησυχιοκρατία» («να έχουμε την ησυχία μας»…) χαμηλών πατριωτικών ανακλαστικών έως την πεποίθηση ότι τα έθνη και τα κράτη είναι ξεπερασμένες οντότητες. Υπάρχουν μόνο πολίτες (ενδεικτική είναι η επιχειρηματολογία του Δ. Χριστόπουλου, «Lifo», 27/8).

Στο μυαλό τους η εθνική κυριαρχία κι η εθνική ασφάλεια υπόκεινται στα δικαιώματα κάθε μετανάστη ή υποτιθέμενου πρόσφυγα. «Οι νόμοι των συνόρων» δεν ισχύουν, ακόμη λιγότερο στην περίπτωση του Ερντογάν.

Η μάχη είναι κρίσιμη και οριακή.

Το ευχάριστο είναι ότι η Ελλάδα τη δίνει με αυτοπεποίθηση και χωρίς ενδοιασμούς – πλην Λακεδαιμονίων…

Το δυσάρεστο είναι ότι η Τουρκία θα επιμείνει με κάθε μέσο. Η περιφερειακή κυριαρχία και η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν αποτελούν κάποιο πολιτικό σχέδιο της Αγκυρας. Είναι γεωπολιτική στρατηγική και θα την πάει μέχρι τέλους.

Η έως τώρα επιτυχία της ελληνικής πολιτικής στηρίχθηκε σε τρεις παράγοντες.

Πρώτον, διεύρυνε το πεδίο της αναμέτρησης από το Αιγαίο σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Ετσι ένα ευρύτερο «αντι-τουρκικό» μέτωπο μπήκε στο παιχνίδι. Μεταβλήθηκαν οι διπλωματικοί συσχετισμοί.

Δεύτερον, εγκατέλειψε την πολιτική της αποφόρτισης και του κατευνασμού, την οποία φαίνεται ότι υιοθετούσε στην αρχή της θητείας του, και ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

«Με την Τουρκία είχαμε, έχουμε και θα έχουμε προβλήματα» δήλωνε συγκαταβατικά μετά την πρώτη συνάντησή του με τον Ερντογάν στη Νέα Υόρκη (Σεπτέμβριος 2019).

Υποτιμούσε ίσως ότι πλέον είχαμε άλλη Τουρκία και άλλα προβλήματα. Ο Εβρος λειτούργησε σαν καμπανάκι.

Τρίτον, πάλεψε τους συσχετισμούς στην Ευρωπαϊκή Ενωση (τον φυσικό χώρο της ελληνικής πολιτικής) στο όνομα του «ευρωπαϊκού συνόρου».

Είναι χαρακτηριστική η ελαφρά μετατόπιση της παραδοσιακά κατευναστικής Γερμανίας όταν δηλώνει πλέον ότι «δεν θα αποδεχτούμε επιθέσεις στην κυριαρχία κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης» (Ανγκελα Μέρκελ, δηλώσεις στο φρούριο του Μπρεγκανσόν, 20/8).

Κατόπιν αυτής της μετατόπισης ο Μακρόν μπόρεσε κι εκείνος να συμφωνήσει ότι «ο στρατηγικός στόχος μας στην Ανατολική Μεσόγειο είναι ίδιος. Η ευρωπαϊκή κυριαρχία και η σταθερότητα» (ίδια μέρα).

Διότι έως τώρα άλλος φαινόταν να είναι ο στόχος της Γερμανίας.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση δείχνει με όλη τη δυσκινησία της να αντιλαμβάνεται σιγά-σιγά ότι η απάντηση σε μια πολιτική ισχύος είναι μόνο μια πολιτική ισχύος.

Κι ότι η Τουρκία δεν αμφισβητεί την Ελλάδα ή την Κύπρο αλλά «την ευρωπαϊκή κυριαρχία και τη σταθερότητα» στην Ανατολική Μεσόγειο – για να δανειστώ τη διατύπωση του Μακρόν…

Είναι επιδίωξη κυριαρχίας, όχι αίτημα διαπραγμάτευσης.

Απέναντι σε αυτό το περιφερειακό σχέδιο του Ερντογάν ούτε ο κατευνασμός, ούτε «η αθόρυβη διπλωματία» της Μέρκελ, ούτε μια «σύμπραξη με την Τουρκία» και «κανονικοποίηση» των ευρωτουρκικών σχέσεων, ούτε ανάλογες καλοκάγαθες κουταμάρες έχουν την παραμικρή τύχη.

Κάποιοι έφτασαν να επιχειρηματολογούν ακόμη και κατά των κυρώσεων προκειμένου να μη «στριμωχτεί» η Τουρκία (Π.Κ. Ιωακειμίδης, «ΤΑ ΝΕΑ», 24/8)!

Μόνο που το παραμύθι (σε διάφορες εκδοχές) της «ευρωπαϊκής Τουρκίας» ή κάποιας «προσέγγισης σύμπραξης» τελείωσε. Καλώς ή κακώς, έχουμε να κάνουμε με μια άλλη Τουρκία, απέναντι στην οποία χρειάζεται μια άλλη πολιτική.

Κανείς φυσικά δεν μπορεί να αποκλείει τον διάλογο. Είμαστε πολιτισμένη και δικαιοκρατούμενη πολιτεία. Αλλά και κανείς δεν πρέπει να διατηρεί την ψευδαίσθηση ότι ο διάλογος είναι η λύση.

Διότι, όπως έλεγε κι ο Τσόρτσιλ επικαλούμενος μια κινεζική παροιμία, «δεν γίνεται να κάνεις διάλογο με την τίγρη όταν το κεφάλι σου είναι μέσα στο στόμα της».

Για όσους δεν το αντιλαμβάνονται θα προσθέσω απλώς πως η απόσταση από την «ερντογανοποίηση» στον «ερντογανισμό» είναι δύο βήματα δρόμος.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο