Στις 14 Αυγούστου 1974 η Τουρκία, θέτοντας σε εφαρμογή προσχεδιασμένη στρατιωτική επιχείρηση (σχέδιο «Αττίλας ΙΙ»), διέταξε την εκ νέου προέλαση των στρατευμάτων της στην Κύπρο και προέβη εντός τριών ημερών (14-16 Αυγούστου) στην κατάληψη μιας έκτασης που αντιστοιχεί περίπου στο 36% των εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Οι εισβολείς διέπραξαν ευρείας κλίμακας σφαγές, λεηλασίες και βιαιότητες, προκαλώντας παράλληλα τον εκτοπισμό 200.000 Ελληνοκυπρίων.

Τα προηγηθέντα

Στις 3:30 τα ξημερώματα της 14ης Αυγούστου 1974 κατέληξαν σε ναυάγιο οι διαπραγματεύσεις που διεξάγονταν στη Γενεύη της Ελβετίας, με σκοπό την εξεύρεση διπλωματικών λύσεων και την αποκατάσταση της ειρήνης στην Κύπρο μετά την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης της τουρκικής εισβολής στη Μεγαλόνησο, του «Αττίλα Ι» (20-22 Ιουλίου 1974).

Η εν λόγω διάσκεψη είχε συγκληθεί στην ελβετική πόλη στις 8 Αυγούστου, με τη συμμετοχή των υπουργών Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας (Τζέιμς Κάλαχαν), της Ελλάδας (Γεωργίου Μαύρου) και της Τουρκίας (Τουράν Γκιουνές), καθώς και των εκπροσώπων των Ελληνοκυπρίων (Γλαύκου Κληρίδη) και των Τουρκοκυπρίων (Ραούφ Ντενκτάς).

Παρά τις προσπάθειες των διαπραγματευτών της ελληνικής πλευράς, Μαύρου και Κληρίδη, να οδηγηθούν τα πράγματα προς την κατεύθυνση ενός λογικού και έντιμου διπλωματικού συμβιβασμού (επιστροφή στο Σύνταγμα του 1960, επανάληψη των διακοινοτικών συνομιλιών), η Τουρκία, γνωρίζοντας ότι είχε σαφώς το πάνω χέρι στην Κύπρο από στρατιωτικής απόψεως, τορπίλισε την όλη διαπραγματευτική διαδικασία επιδεικνύοντας αδιαλλαξία και αλαζονεία.

Πέραν τούτου, αξίζει να σημειωθεί ότι η Τουρκία, στο χρονικό διάστημα που είχε παρέλθει από τη σύναψη της ανακωχής της 22ας Ιουλίου, είχε παραβιάσει δεκάδες φορές την εκεχειρία πραγματοποιώντας επιχειρήσεις μικρής κλίμακας και  ενισχύοντας το θύλακα της Κερύνειας.

Την ίδια περίοδο οι ελληνικές μονάδες διατάσσονταν να προβούν σε αυστηρή τήρηση της συμφωνηθείσης κατάπαυσης του πυρός.

Το χρονικό του «Αττίλα ΙΙ»

Περίπου μία ώρα μετά το ναυάγιο της διάσκεψης της Γενεύης, στις 4:35 π.μ., δυνάμεις του Τουρκικού Στρατού εξαπέλυσαν σφοδρές επιθέσεις καθ’ όλο το μήκος του μετώπου που είχε δημιουργηθεί μετά την τουρκική εισβολή του Ιουλίου.

Τουρκικά άρματα μάχης και ισχυρές δυνάμεις Πεζικού κινήθηκαν αφενός προς την κατεύθυνση της Αμμοχώστου και αφετέρου προς τον τουρκοκυπριακό θύλακα της Λεύκας και την κωμόπολη Μόρφου.

Ακολούθησαν σκληρές μάχες κατά τη διάρκεια της ημέρας, προπάντων στα βόρεια της Λευκωσίας και στην περιοχή του αεροδρομίου της, με τις ελληνοκυπριακές δυνάμεις να αντιμετωπίζουν τις τουρκικές επιθέσεις χωρίς υποστήριξη από την Ελλάδα.

Στις 15 Αυγούστου οι τουρκικές δυνάμεις κατέλαβαν αμαχητί την πόλη της Αμμοχώστου και απέκοψαν ολόκληρη τη χερσόνησο της Καρπασίας.

Οι άνδρες της Εθνικής Φρουράς, υπό τα συνεχή πυρά της Τουρκικής Αεροπορίας και υπό την πίεση των πολύ ισχυρότερων τουρκικών δυνάμεων, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν κάτω από την Πράσινη Γραμμή της Λευκωσίας και νοτίως των οδών Λευκωσίας – Αμμοχώστου και Λευκωσίας – Μόρφου.

Έτσι, το απόγευμα της 16ης Αυγούστου, όταν συμφωνήθηκε εκ νέου κατάπαυση του πυρός, οι τουρκικές δυνάμεις είχαν κατορθώσει να καταλάβουν ολόκληρη τη ζώνη που αναφερόταν στο σχέδιο που είχε προτείνει στη Γενεύη ο Ντενκτάς, καθώς και την περιοχή της Αμμοχώστου (μια συνολική έκταση που αντιστοιχούσε περίπου στο 36% των εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας).

Ένα προσφυγικό κύμα 200.000 Ελληνοκυπρίων κινήθηκε από τις καταληφθείσες περιοχές προς τα ελεύθερα τμήματα της νότιας Κύπρου, ενώ την αντίθετη πορεία ακολούθησαν 51.000 Τουρκοκύπριοι.

Εν κατακλείδι, ο «Αττίλας ΙΙ» σήμανε την de facto διχοτόμηση της Κύπρου, κατάσταση που δυστυχώς για τον ελληνισμό δεν έχει αλλάξει από το 1974 έως σήμερα.

Γράψτε το σχόλιό σας