Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1974, η λεγόμενη κυπριακή τραγωδία, που στοιχειώνει την καρδιά και το μυαλό μας επί μισό σχεδόν αιώνα, αποτελεί ασφαλώς ένα μείζον ιστορικό γεγονός για όλους τους Έλληνες, Ελλαδίτες και Ελληνοκυπρίους.

Ένας από τους πρωταγωνιστές του δράματος που κλήθηκε να βιώσει την περίοδο εκείνη ο ελληνισμός, ο τότε διορισμένος από το χουντικό καθεστώς πρωθυπουργός της Ελλάδας, Αδαμάντιος Ι. Ανδρουτσόπουλος (1919-2000), είναι μεταξύ εκείνων που κατέθεσαν στο διάβα του χρόνου τη δική τους άποψη για τα διαδραματισθέντα στη Μεγαλόνησο πριν από 47 χρόνια.

Στο βιβλίο του που φέρει τον τίτλο «Η μαρτυρία ενός πρωθυπουργού» (εκδόσεις Σμπίλιας, Αθήνα, 1993) περιλαμβάνονται οι θέσεις του Ανδρουτσόπουλου για τα ελληνοτουρκικά, τα ελληνοκυπριακά, τα γεγονότα του Ιουλίου του 1974 και  το «Φάκελο της Κύπρου».

Ειδικότερα όσον αφορά τα γεγονότα της πρώτης φάσης της τουρκικής εισβολής («Αττίλας Ι», 20-22 Ιουλίου 1974), ο Ανδρουτσόπουλος αναφέρει εισαγωγικά τα εξής:

Αι γραμμαί αυταί γράφονται δι’ εκείνους οι οποίοι επιθυμούν και ενδιαφέρονται να μάθουν την αλήθειαν. Δεν απευθύνονται προς εκείνους οι οποίοι έχουν αναισθητοποιηθή από το μαστίγωμα της προπαγάνδας, έχουν υπνωτισθή από τον συντονισμένον ψίθυρον ή έχουν εξαχρειωθή από ιδιοτελείς επιδιώξεις και ταπεινάς σκοπιμότητας.

Η Ελλάς δεν επολέμησε και δεν συνέτριψε τον εχθρόν, εντός ωρών, τον Ιούλιον του 1974 όχι από έλλειψιν της μαχητικής ικανότητος των Ενόπλων Δυνάμεών της, αλλά από την παρουσίαν επί κεφαλής των μιας στρατιωτικής ηγεσίας αναξίας διά την διεξαγωγήν μιας μεγάλης υποθέσεως – ενός πολέμου.

Ακολουθεί το κεφάλαιο του βιβλίου του που φέρει τον τίτλο «Ο Μύθος Ελλείψεως Αντιστάσεως εις την Τουρκικήν Εισβολήν».

Σε αυτό διαβάζουμε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

Ο μύθος τού δήθεν τουρκικού περιπάτου εις την Κύπρον δεν πρέπει να εκπλήσση όσους γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα. Απόλεμοι και αστράτευτοι συνηθίζουν να υποτιμούν τους αγώνας των άλλων, να μειώνουν τας θυσίας των, να ασεβούν προς την μνήμην των νεκρών αγωνιστών. Εις την προκειμένην όμως περίπτωσιν ο αγών και οι αγωνισταί των ημερών εκείνων συνεδέοντο με όσους εκυβέρνων τότε την Ελλάδα και η φθορά, ο διασυρμός και η ταπείνωσίς των προσέφερε την ευκαιρίαν κοινής δυσφημήσεώς των.

Αι τρεις ημέραι 20, 21, 22 του Ιουλίου 1974 συγκροτούν ένα επικόν τριήμερον, επιβάλλουν ιδιαίτερον ιστορικόν σεβασμόν, αλλά και τον σεβασμόν της μνήμης των Ελλήνων. Οι αγωνισταί των ημερών εκείνων, όπως συνηθίζουν οι Έλληνες όλων των πολέμων και όλων των εποχών, έδωσαν την Μάχην της Κύπρου.

Έγιναν βεβαίως λάθη τακτικής και κινήσεων και προ παντός επιλογής στόχων. Αντί της καταλήψεως των θυλάκων και άλλων δευτερευόντων στόχων θα έπρεπεν η κυρία προσπάθεια να στραφή εις την εξάλειψιν του ισχνού τουρκικού προγεφυρώματος, ιδία κατά τας πρώτας ώρας του αγώνος. Ενώ, παρ’ όλα όσα κακοπίστως διασπείρονται, η αντίστασις ήρχισεν από της πρώτης στιγμής διά να συνεχισθή μέχρι τέλους, έλλειψεν η ενιαία κατεύθυνσις και ο αναγκαίος συντονισμός. Η στρατιωτική ηγεσία των Αθηνών δεν ανταπεκρίθη εις το μεγαλείον και την ιερότητα των στιγμών. Η Στρατιωτική Ηγεσία του Έθνους παρουσίασε την εικόνα «λαγών επί κεφαλής λεόντων», όπως είχεν είπει κατά τας αρχάς του αιώνος ένας εκ των Ελλήνων πολιτικών της εποχής εκείνης.

Θα επιχειρηθή μία αναφορά, συνοπτικού χαρακτήρος, εις τα πολεμικά επεισόδια των ημερών εκείνων, βάσει σημάτων, εκθέσεων, πληροφοριών και επισήμων στοιχείων.

Αι Ένοπλοι Δυνάμεις είχον τεθή εις κατάστασιν συνεχούς επαγρυπνήσεως από της 15ης Ιουλίου. Από του απογεύματος της 19ης Ιουλίου είχον αποπλεύσει δύο υποβρύχια διά να επιτηρούν και ελέγχουν τον θαλάσσιον χώρον μεταξύ Κύπρου και Τουρκίας, ενώ η Αεροπορία ετηρείτο εις κατάστασιν εκτάκτου ετοιμότητος. Αι τουρκικαί κινήσεις παρηκολουθούντο, όταν δε ανηγγέλθη η τουρκική απόβασις εδόθη διαταγή αντιστάσεως μέχρις εσχάτων, η οποία άλλωστε είχεν αρχίσει, όπως συμβαίνει εις κάθε περίπτωσιν και εις κάθε χώραν, όταν ένα τμήμα στρατού ή μία χώρα δέχεται επίθεσιν ή εχθρικήν εισβολήν.

Η τουρκική επίθεσις εξεδηλώθη την 4.45 πρωινήν περίπου της 20ής Ιουλίου διά σφοδρών αεροπορικών βομβαρδισμών καθ’ όλην την Κύπρον, αδιακρίτως στόχων (Εθνοφρουρά, Ναυτικοί Σταθμοί, ΕΛΔΥΚ, άμαχοι). Επακολούθησε ρίψις αλεξιπτωτιστών εις τον θύλακον Λευκωσίας, ως και ενίσχυσις δι’ ελικοπτέρων των θέσεων της ΤΟΥΡΔΥΚ, περί την 8ην πρωινήν.

Την 5.30 πρωινήν ο Ναυτικός Σταθμός Κυρηνείας αναφέρει έναρξιν αποβάσεως του εχθρού εις Πέντε Μίλι, δυτικώς της Κυρηνείας.

[…] Το πρώτον αποβατικόν τμήμα των Τούρκων, κινούμενον διά πέντε αποβατικών σκαφών LCU εκινήθη αρχικώς προς την ακτήν Γλυκιωτίσσης, η οποία είναι βραχώδης και τελείως ακατάλληλος δι’ αποβατικήν επιχείρησιν. Δείγμα και τούτο της προχειρότητος μετά της οποίας εξετελέσθη η τουρκική εισβολή. Εις τοιούτον μάλιστα βαθμόν, ώστε Γερμανός επίσημος να είπη ότι «οι Τούρκοι εγελοιοποιήθησαν». Προ του κινδύνου να συντριβούν επί των βράχων και των υφάλων, απεσύρθησαν εις απόστασιν ενός περίπου χιλιομέτρου από της ακτής, εστράφησαν προς δυσμάς και κινούμενοι πλέον εμπειρικώς και ερασιτεχνικώς ανεζήτουν κατάλληλον ακτήν προς απόβασιν, διά να καταλήξουν εις την περιοχήν παρά το Πέντε Μίλι.

Κατά τον πλουν και παραλλήλως προς την ακτήν, τα εχθρικά σκάφη εβάλλοντο σφοδρώς εκ της ξηράς υπό τμημάτων της Εθνικής Φρουράς.

Δεν επρόκειτο περί θαλασσίου περιπάτου. Παρά την ναυτικήν των υποστήριξιν και την αεροπορικήν των κάλυψιν αι απώλειαι των τουρκικών αποβατικών δυνάμεων ήσαν τρομακτικαί. Εκ των 600 περίπου ανδρών, τους οποίους υπελογίζετο ότι μετέφεραν τα 5 LCU αποβατικά σκάφη, μόνον περί τους 120 εξήλθον τελικώς εις την ξηράν διά να δημιουργήσουν το μικρόν προγεφύρωμα, ενώ οι υπόλοιποι εφονεύθησαν ή ερρίφθησαν εις την θάλασσαν. Την 6ην πρωινήν σημαντικός αριθμός αλεξιπτωτιστών ερρίφθη εις την περιοχήν Μιας Μηλιάς, εκτός του τουρκικού θύλακος, και άπαντες εφονεύθησαν υπό των ανδρών τού εκεί φυλακίου της Εθνικής Φρουράς και υπό των κατοίκων του χωρίου ωπλισμένων διά κυνηγετικών όπλων και αγροτικών εργαλείων.

Την 7.30 απογευματινήν μικρά δύναμις του Σταθμού Ξηρού επιτίθεται κατά του ισχυρώς ωχυρωμένου θυλάκου Πάφου. Εις την σύγκρουσιν επεμβαίνει εξ ιδίας πρωτοβουλίας του Κυβερνήτου του το αρματαγωγόν «ΛΕΣΒΟΣ», το οποίον είχε πλεύσει εκεί διά να αποβιβάση τους άνδρας της ΕΛΔΥΚ και διά σφοδρού βομβαρδισμού υποχρεώνει τας τουρκικάς δυνάμεις να παραδοθούν.

Από της 6ης μέχρι της 8ης πρωινής βομβαρδίζονται ισχυρώς η πόλις της Λευκωσίας, το αεροδρόμιον και το κτίριον του ΓΕΕΦ. Παρά τον βομβαρδισμόν των στρατοπέδων συνεχίζεται από της 7ης πρωινής η προσέλευσις των εφέδρων εν μέσω ενθουσιωδών εκδηλώσεων.

Καθ’ όλην την διάρκειαν της ημέρας συνεχίσθησαν αι επιθέσεις των Ελληνοκυπριακών Δυνάμεων εις όλα τα σημεία της Νήσου. Εξουδετερώθησαν σχεδόν πλήρως οι ριφθέντες αλεξιπτωτισταί, κατελήφθησαν θύλακοι και εβομβαρδίσθησαν σφοδρώς αι θέσεις της ΤΟΥΡΔΥΚ διά πυροβολικού και αρμάτων και επροξενήθησαν σοβαραί απώλειαι εις τον εχθρόν.

[…]

Αι επιθέσεις των Ελληνοκυπριακών Δυνάμεων εξαπελύθησαν ευθύς μετά την επέλευσιν του σκότους, και εξειλίχθησαν επιτυχώς. Το τουρκικόν προγεφύρωμα δεν ηδυνήθη να επεκταθή πλέον των 500 μέτρων και εξετιμάτο ότι η επ’ αυτού δύναμις δεν υπερέβαινε τους 200 άνδρας και τα 8 άρματα.

Την 2.30 απογευματινήν ομάς εκ 12 τούρκων αλεξιπτωτιστών εξοντώθη επί της οδού μεταξύ Μύρτου και Ασωμάτου υπό μικράς ομάδος του Ναυτικού με την βοήθειαν κατοίκων και ατάκτων επιστράτων της περιοχής.

Την 2.35 απογευματινήν τρία τουρκικά αντιτορπιλικά υφίστανται εκ συγχύσεως, δυτικώς της Πάφου, επίθεσιν τουρκικών αεροπλάνων με αποτέλεσμα την καταβύθισιν του ενός, σοβαράς βλάβας άλλου και την κατάρριψιν ενός αεροσκάφους.

Την 19.30 επαναρχίζουν αι επιθέσεις των Ελληνοκυπριακών Δυνάμεων κατά των εναπομεινάντων θυλάκων των Τούρκων με εξαίρετον επιτυχίαν. Περί την 24ην ώραν της 21ης Ιουλίου τα Ελληνοκυπριακά τμήματα εις την Νήσον μετά σφοδράς επιθέσεις είχον περατώσει σχεδόν την εκκαθάρισιν των τουρκοκυπριακών θυλάκων και εστιών. […]

Κατά την ώραν εκείνην, της 21ης Ιουλίου, δευτέρας ημέρας της εισβολής, αι Ελληνοκυπριακαί Δυνάμεις ήλεγχον άπασαν την Κύπρον, πλην τμήματος ΤΟΥΡΔΥΚ εις χωρίον Γκιονέλι, του Φρουρίου Αγίου Ιλαρίωνος και μικρού ερείσματος εις ακτήν δυτικώς της Κυρηνείας, εις το οποίον είχεν αποβιβασθή και περιορισθή το μικρόν αποβατικόν τμήμα. Μετά μίαν ολόκληρον 10ετίαν από των ετών 1964-1965 είχε καταλυθή το τουρκικόν κράτος (κράτος εν κράτει) εις την Κύπρον.

Μετ’ ολίγας όμως ώρας εσημάνθη ραγδαία μεταβολή. Ευθύς ως εξεδηλώθη κατά τας πρώτας πρωινάς ώρας της 22ας Ιουλίου η Αμερικανική παρέμβασις και ήρχισαν αι διαπραγματεύσεις προς κατάπαυσιν του πυρός, οι Τούρκοι έσπευσαν να αποβιβάσουν άνδρας και υλικόν, επειγόμενοι να δημιουργήσουν τετελεσμένα γεγονότα προ της εφαρμογής της συμφωνίας. Από της 11ης πρωινής εξαπέλυσαν μαζικάς επιθέσεις των δυνάμεών των, υποστηριζομένων υπό πυροβολικού και 30 περίπου αρμάτων M48, και μετά σφοδράν μάχην μετά των Ελληνικών Δυνάμεων επροχώρησαν προς την πόλιν της Κυρηνείας, την οποίαν κατέλαβον την 13ην ώραν της 22ας Ιουλίου, τρεις ώρας μετά την εξαγγελίαν της συμφωνίας καταπαύσεως του πυρός. Το προσωπικόν του Ναυτικού Σταθμού Κυρηνείας, υπό έναν Υπαξιωματικόν Τεχνίτην Πυροβόλων, ηρνήθη να εγκαταλείψη τας θέσεις του. Ενεκλείσθη εις το Φρούριον, απέρριψε τας επανειλημμένας τουρκικάς προτάσεις περί παραδόσεως και, αφού εξήντλησε τα πυρομαχικά, εξήλθε με εφ’ όπλου λόγχην και επέστρεψε συντεταγμένον εις την βάσιν του. Το Ελληνικόν Ναυτικόν, κατά τας ημέρας εκείνας, υπό την αξίαν διοίκησιν του Πλοιάρχου Γ. Παπαγιάννη, ηγωνίσθη ηρωικώς και ετίμησε τας θαλασσινάς παραδόσεις της Φυλής μας.

Την 15ην ώραν οι πολιορκούμενοι εντός του Φρουρίου Αμμοχώστου Τούρκοι ύψωσαν λευκήν σημαίαν, αλλ’ όταν μετέβη ομάς Δυνάμεων του ΟΗΕ διά να ρυθμίση τα της παραδόσεώς των, ούτοι εδήλωσαν ότι μετέβαλον γνώμην και ύψωσαν εκ νέου την τουρκικήν σημαίαν αντί της λευκής.

Έχει ασκηθή κριτική και έχει διατυπωθή η άποψις ότι, αντί να εμπλακούν αι Ελληνοκυπριακαί Δυνάμεις εις επιχειρήσεις εκκαθαρίσεως των θυλάκων, θα έπρεπε να είχον ευθύς εξ αρχής συγκεντρώσει το βάρος των προσπαθειών των εις την αντιμετώπισιν των μικρών τουρκικών δυνάμεων εισβολής. […]

Εις την Κύπρον αι Δυνάμεις μας ηγωνίσθησαν με γενναιότητα και αυταπάρνησιν και αντιμετώπισαν τον αποβατικόν όγκον των εισβολέων, παρά την απόλυτον αεροναυτικήν υπεροχήν του. Απέκρουσαν τας εχθρικάς επιθέσεις και εκράτησαν την πόλιν της Κυρηνείας, η οποία απετέλεσε τον κύριον στόχον της εισβολής επί τρεις ολοκλήρους ημέρας. Κατέλαβον όλους σχεδόν τους τουρκοκυπριακούς θυλάκους, ενώ είχον αποτύχει να παρεμποδίσουν την εγκατάστασίν των και να τους εξαλείψουν κατά τας επιχειρήσεις των ετών 1964-1965. Απέκρουσαν τας επιθέσεις των τανκς και της τουρκικής αεροπορίας και εκράτησαν σταθερώς εις Ελληνικάς χείρας το αεροδρόμιον της Λευκωσίας.

Εις τας μάχας εφονεύθη ο υποδιοικητής των τουρκικών αποβατικών Δυνάμεων και ετραυματίσθη ο διοικητής των.

Επί του πεδίου της μάχης έπεσαν Ανώτεροι και Κατώτεροι Έλληνες Αξιωματικοί, προαχθέντες μετά τον θάνατόν των εις τον ανώτερον βαθμόν, των οποίων τα ονόματα αναφέρονται εις το Διάταγμα της 3ης Ιανουαρίου 1975.

[…]

Από τον τάφον των οι νεκροί ήρωες θα εκφράζουν το πικρόν παράπονον διά την παραγνώρισιν της θυσίας των και οι συμπολεμισταί των, τα «σταγονίδια», όπως ηρέσκετο να τους χαρακτηρίζη ο Ευάγγελος Αβέρωφ, ή και «οι 650 χουντικοί αξιωματικοί», όπως τους απεκάλεσεν ο Α. Παπανδρέου από του Βήματος της Βουλής, θα αισθάνωνται δικαίως θλίψιν διά την αδικίαν.

[…]

Αυτή είναι η μαρτυρία που καταθέτει ο Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος για τα συγκλονιστικά γεγονότα του Ιουλίου του 1974. Τα συμπεράσματα, δικά σας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο