Οταν ο Γιάννης Αντετοκούνμπο καταφέρθηκε κατά της ελληνικής κοινωνίας κατηγορώντας τη συλλήβδην για ρατσισμό, δεν είχε υπόψη του την πραγματική ιστορία. Γιατί σε αντίθεση με τον Γιάννη και τ’ αδέλφια του, που – παρά τις διαμαρτυρίες τους – γνωρίζουν την προνομιακή πλευρά των ΗΠΑ, υπήρξαν Ελληνες που έπαιξαν κορόνα – γράμματα τη ζωή τους για να επιβιώσουν στην Αμερική των αρχών του αιώνα. Δεν θα ξεχάσω έναν γηραιό Ελληνα, κοντά 95 χρονών τότε, που μου εξιστορούσε στο Μπέρμιγχαμ της Αλαμπάμα το 1978, πως όταν μετανάστευσε στο Οχάιο των ΗΠΑ υπήρχαν έξω από εστιατόρια, καφενεία κι εμπορικά καταστήματα πινακίδες με την ένδειξη: «Απαγορεύεται η είσοδος σε σκύλους και σε Ελληνες»!

«Δεν καταλαβαίνω» μου έλεγε με την τρεμουλιαστή του φωνή «γιατί μετά από αυτά που περάσαμε εμείς, οι Αφρικανοί σήμερα απαιτούν ειδικούς νόμους που να κατοχυρώνουν δικαιωματικά την πρόσληψή τους σε δουλειά ή την είσοδό τους σε πανεπιστήμια». Κι αυτά από έναν άνθρωπο που είχε υποστεί τον ρατσισμό στο πετσί του κι απαιτούσε απλά ίση μεταχείριση – με βάση την αξία κάποιου, κι όχι το χρώμα της επιδερμίδας του! Στην εποχή βέβαια της πολιτικής ορθότητας και του «δικαιωματισμού» αυτά όλα αποτελούν ψιλά γράμματα…

Η περίπτωση των Ελλήνων που ζούσαν το 1909 στη Νότια Ομάχα, χωριστή πόλη τότε από την Ομάχα, της Νεμπράσκα είναι χαρακτηριστική. Μερικές χιλιάδες απ’ αυτούς είχαν βρεθεί εκεί, μετακινούμενοι από το Σικάγο, το Οχάιο και την Πενσυλβανία, σε αναζήτηση δουλειάς στα εκεί εργοστάσια. Κάποιοι θεωρήθηκε πως μεταφέρθηκαν για να σπάσουν απεργίες που είχαν κηρυχθεί και να δουλέψουν. Αυτό τους έκανε ελάχιστα δημοφιλείς με τους ντόπιους. Σε κάποια φάση ένας ατίθασος συμπατριώτης μας φαίνεται να συνήψε ερωτική σχέση με 17χρονη Αμερικανίδα που του παρέδιδε μαθήματα αγγλικής γλώσσας. Αυτό προκάλεσε αντίδραση στην τοπική κοινωνία. Με αδιευκρίνιστο τρόπο επενέβη η αστυνομία, αντηλλάγησαν πυροβολισμοί κι ένας αστυνομικός έπεσε νεκρός. Κατηγορήθηκε γι’ αυτό ο Ελληνας.

Μέσω αρθρογραφίας ενός τοπικού πολιτικού παράγοντα άναψαν τα αίματα και ξεκίνησαν διώξεις ανθρώπων στις ελληνικές γειτονιές. Οι αντιπαραθέσεις οδήγησαν στον θάνατο ενός μικρού μαθητή και τραυματισμό άλλων δύο. Αυτό προκάλεσε αύξηση των αντιποίνων και των συγκρούσεων, με τον τοπικό πληθυσμό να ξεσπά σε διαδηλώσεις κατά των «απολίτιστων», «βάρβαρων» και «κοινωνικά οπισθοδρομικών» Ελλήνων. Βανδαλισμοί και πυρκαγιές ξέσπασαν στις ελληνικές συνοικίες, ενώ εκατοντάδες έλληνες μετανάστες ξυλοκοπήθηκαν ανελέητα για εβδομάδες. Χιλιάδες απ’ αυτούς εγκατέλειψαν την πόλη.

Οταν τελικά οι φασαρίες κόπασαν, ουδείς κατηγορήθηκε ή συνελήφθη για το οτιδήποτε, ενώ οι τοπικές εφημερίδες δεν έπαυσαν για χρόνια να χαρακτηρίζουν τους Ελληνες εγκληματικά στοιχεία, ανθρώπους δίχως αξιοπρέπεια και σοβαρότητα και άτομα του κοινωνικού περιθωρίου. Μόνο όταν μετά από χρόνια οι ελληνικές επιχειρήσεις απέκτησαν σοβαρή οικονομική ισχύ τα πράγματα άρχισαν σταδιακά να αλλάζουν και οι συμπατριώτες μας να αποκτούν σοβαρή κοινωνική αναγνώριση. Ενας τομέας στον οποίο έπαιξε ρόλο και η Ορθόδοξη Εκκλησία με τον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηναγόρα (βλ. Henry Pratt Fairchild, «Greek Immigration to the United States», 1911).

Ο φίλος Γιάννης λοιπόν να μη βιάζεται να βγάζει εύκολα συμπεράσματα. Κάθε μεταναστευτική ομάδα αντιμετωπίζει δυσκολίες προσαρμογής σε ένα νέο κοινωνικό περιβάλλον. Οι Ελληνες δεν είναι περισσότερο λευκοί ή ρατσιστές απ’ όσο οι Αφρικανοί είναι μαύροι κι επίσης ρατσιστές κατά των «άλλων» στις χώρες τους (βλ. σφαγές Αράβων απο Αφρικανούς στη Ζανζιβάρη στη δεκαετία του ’60, ή χριστιανών από μουσουλμάνους στο Νταρφούρ του Νότιου Σουδάν, πιο πρόσφατα)…

Γράψτε το σχόλιό σας