Το ζήτημα της ύπαρξης στη φύση και η διεκδίκηση της ισότητας στις ανθρώπινες κοινωνίες είναι τόσο παλιά όσο και η ίδια η ζωή. Εχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες για την ύπαρξη του ανθρώπου, τη φυσική εξέλιξη των ειδών και τη δημιουργία των ανθρώπινων κοινωνιών. Στις βασικές διδασκαλίες της πολιτικής επιστήμης βρίσκεται η μελέτη της δύναμης/εξουσίας, της άσκησής της και των τρόπων ελέγχου της.

Η δομολειτουργική ανάλυση των πολιτικών συστημάτων (Almond, Verba, Coleman) μαζί με τη θεωρία της ανάπτυξης και εφαρμογής τους (Parsons, Easton) προσφέρει ίσως την πιο κατανοητή εξήγηση για την περιγραφή των όσων συμβαίνουν γύρω μας. Από την πρώτη εμφάνιση κοινής παρουσίας ανθρώπινων όντων στην Ιστορία παρατηρήθηκαν δύο πράγματα. Σχέσεις ισχύος από τη μια μεριά και μηχανισμοί εφαρμογής μεθόδων λήψης αποφάσεων από την άλλη. Κάποιοι εξασφάλιζαν την ισχύ που την ασκούσαν στη λογική διαδικασιών που σταδιακά γίνονταν αποδεκτές από όλους. Είτε η δύναμη είχε σχέση με τη σωματική ρώμη στην αρχή ή με συνδυασμούς ευρύτερης επιρροής ή εξασφάλισης ατομικής ιδιοκτησίας, κάποιος ή κάποιοι έπαιζαν ρόλο ηγέτη στο σύνολο και επέβαλαν ή οδηγούσαν σε αποφάσεις.

Αναπτύχθηκαν τότε και οι πρώτες λειτουργίες της πολιτικής διαδικασίας. Παντού και πάντα υπήρχε και υπάρχει η λειτουργία λήψης αποφάσεων. Διαφέρουν οι τρόποι με τους οποίους αυτό γίνεται, δηλαδή οι δομές. Στις πρωτόγωνες κοινωνίες η βία, η ατομική ισχύς, η εξολόθρευση του αντιπάλου συνέθεταν τη δομή αυτή. Με τη μετάβαση σε πιο οργανωμένα συστήματα συμβίωσης οι δομές άλλαζαν (ηγεμονίες, βασίλεια, αυτοκρατορίες, συλλογικότερα συστήματα, δημοκρατίες κ.λπ.). Η λειτουργία όμως, δηλαδή η λήψη απόφασης, η εφαρμογή της, ο έλεγχος αποτελεσματικότητας, η επικοινωνία της με τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο, η απήχηση αποτελεσματικότητας ή όχι παρέμεναν πάντα οι ίδιες.

Το τι έκαναν δεν άλλαζε. Δεν θα μπορούσε άλλως να υπάρξει πολιτικό σύστημα και οργανωμένη κοινωνία. Το πώς το έκαναν μετεξελισσόταν, ανάλογα με την εποχή, τα δεδομένα, την ωριμότητα του συνόλου.

Από εποχή σε εποχή διαπιστώνουμε θεαματικές εξελίξεις – και η επιστήμη έχει φροντίσει να τις παρατηρήσει, να τις μελετήσει και να διατυπώσει κανόνες εφαρμογής για κάθε περίπτωση (σχετικά παραδείγματα David Apter – «The Passing of Traditional Society», David Easton – «A Systems Analysis of Political Life», Gabriel Almond – «Theory of Comparative Politics» και  Sydney Verba, «Civic Culture»).

Η οργάνωση της κοινωνίας σε μορφές μεγαλύτερης αλληλεγγύης και περισσότερης ισότητας παρατηρείται τελικά μοναχά στις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες και ιδιαίτερα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στα χρόνια της μεγάλης ευημερίας. Αντίθετα βλέπουμε στις κοινωνίες που έχουν σαν πρόσημο τη μεγαλύτερη ισότητα κι ανθρώπινη ευτυχία (σοσιαλιστικές της Αν. Ευρώπης, την Κίνα και την Ινδία) να βυθίζονται στη φτώχεια, στις βαθιές ανισότητες και στον αυταρχισμό.

Μόνο με την κατάργηση μηχανισμών κεντρικού κρατικού σχεδιασμού και την είσοδο στην αντίληψη των ελεύθερων κι ανοιχτών αγορών παρατηρούμε κι εκεί φαινόμενα αυξανόμενης ευημερίας και ουσιαστικότερης λαϊκής συμμετοχής στον εθνικό πλούτο. Η επιδίωξη της ανθρώπινης ισότητας δεν είναι ζήτημα θεωρητικών αναζητήσεων και περιπλάνησης στα γραπτά διανοητών όπως ο Τζον Λοκ ή ο Ανταμ Σμιθ. Η εμπάθεια κάποιων, βαθιά ιδεολογικά φορτισμένων, να δώσουν θεωρητική θεμελίωση σε σκληρές ιδεοληψίες που παλεύουν να αποδείξουν τα αναπόδεικτα, πως δηλαδή οι κοινωνίες γεννήθηκαν σε κατευθύνσεις φυσικής ισότητας που χάλασε στην πορεία λόγω οικονομικής εκμετάλλευσης, είναι εξωπραγματικές. Που δεν στηρίζονται σε επιστημονική παρατήρηση αλλά μάλλον σε κομματικό φροντιστήριο.

Γράψτε το σχόλιό σας