Τον καιρό που έγραφα την Καλοσύνη των ξένων (2006), ένα βιβλίο γύρω από την υιοθεσία, ένιωσα την ανάγκη να αφιερώσω ένα ξεχωριστό κεφάλαιο σ’ εκείνους τους συμπατριώτες μας που πληρούν κάθε προϋπόθεση για να κερδίσουν τον χαρακτηρισμό «ήρωες της διπλανής πόρτας» και, κατά τη δική μου πάντοτε αξιολόγηση, βρίσκονται στην κορυφή σε μια νοερή πυραμίδα ανθρώπινης αλληλεγγύης: εκείνους που υιοθετούν παιδιά άλλου χρώματος. «Στο ιδιότυπο χρηματιστήριο των δημόσιων ιδρυμάτων», σημείωνα τότε, «εκεί όπου δεν παίζουν τόσο ρόλο τα φράγκα όσο τα γούστα των υποψήφιων γονέων, οι μετοχές με τα μαυράκια δεν έχουν σπουδαίο αντίκρισμα.

Συνήθως τα μαυράκια κατατάσσονται στην πιο χαμηλή κατηγορία, συντροφιά με τα παιδιά που αντιμετωπίζουν χρόνια προβλήματα υγείας – αλλεργίες, καρδιοπάθειες ή κάποια βλάβη στα επινεφρίδια που εμποδίζει την ομαλή σωματική τους ανάπτυξη – και με τα παιδιά που έχουν άγνωστο [οικογενειακό] ιστορικό». Αναλογιστείτε το ψυχικό σθένος των θετών γονέων που, όχι μονάχα θα πρέπει να συμφιλιωθούν διά βίου με την ιδέα της υιοθεσίας, αλλά και με το ίδιο τους το παιδί που «θ’ αναγράφει στο κούτελό του το μεγάλο μυστικό».

Το ψυχικό σθένος εγείρεται ως ασπίδα σε έναν ντόπιο ρατσισμό που συχνά δεν παραδεχόμαστε, μα ούτε καν αναγνωρίζουμε την ύπαρξή του. Εμείς οι Ελληνες βαυκαλιζόμαστε ότι εξ ορισμού δεν είμαστε ρατσιστές και όταν υποχρεωνόμαστε να υποστηρίξουμε την άποψή μας (συνήθως δεν υποχρεωνόμαστε, τη θεωρούμε τόσο αυτονόητη όσο την ανατολή και τη δύση του ηλίου), προβάλλουμε δύο επιχειρήματα που δεν στερούνται σπόρου αληθείας.

Πώς θα ήταν δυνατόν, κατ’ αρχάς, να είναι ρατσιστές τα θύματα των ρατσιστών; Από το λυκόφως των ελληνιστικών χρόνων κι εντεύθεν, οι Ελληνες δεν βρέθηκαν ποτέ από την πλευρά των αποικιοκρατών· φθάσαμε μάλιστα στο θλιβερό σημείο όπου η συμπτωματική παρήχηση δύο λέξεων στα αγγλικά, της Greece με την grease, να ταυτίζει τον «Ελληνα» με τον «λιγδιάρη».

Τα μαζικά προσφυγικά και μεταναστευτικά μας κύματα δεν μας άφησαν περιθώρια για να επιλέξουμε στρατόπεδο· εδώ και σχεδόν δύο χιλιετίες έχουμε συμπαραταχθεί με τους κατατρεγμένους. Ωστόσο, ακόμη και τις τελευταίες δεκαετίες, που λαδώσαμε κάπως το αντεράκι μας, κανένας – ούτε ο πιο κακόπιστος – δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η συμπεριφορά μας απέναντι στης «γης τους κολασμένους» απέχει παρασάγγας από τη συμπεριφορά εκείνων που τρώνε με χρυσά κουτάλια κι έχουν το θράσος να μας σηκώνουν και το δάχτυλο. Ε, όχι και να μας αποκαλούν «ρατσιστές» οι original ρατσιστές, εμάς, που μοιραζόμαστε το υστέρημά μας. Basta!

Η πρόσφατη εκμυστήρευση του Γιάννη Αντετοκούνμπο στο «Bleacher Report», όπου η Ελλάδα παρουσιάζεται ως μια «χώρα λευκών» αντί για μια «χώρα ημίθεων», μια «χώρα ανιδιοτελών» ή, έστω, μια «χώρα ζεστών και φιλόξενων ανθρώπων», μετακίνησε δύο από τις τεκτονικές πλάκες πολιτικής ορθότητας που έχουν κυριαρχήσει πλέον στην πατρίδα μας: αφενός την προνοητικότητά μας να μην… πειράζουμε εκείνους τους «ξένους» που διαφημίζουν το όνομά μας στο εξωτερικό (η ίδια η αντιμετώπιση του Αντετοκούνμπο στην Ελλάδα, πρώτα ως μετανάστη χωρίς χαρτιά κι έπειτα ως αστέρα του μπάσκετ, δίνει ένα απτό παράδειγμα για την εθνική μας αμφιθυμία), αφετέρου τη δυσανεξία μας απέναντι σε οιονδήποτε «ξένο» εκφράζει οποιοδήποτε συναίσθημα έναντι ημών, εκτός από αδιαφιλονίκητη, αδιαπραγμάτευτη και απέραντη ευγνωμοσύνη.

Οποιος αμφιβάλλει για το μεγαλείο της ψυχής μας οφείλει να καταθέσει το ελληνικό του διαβατήριο, να πάει να βρει τις άλλες μαϊμούδες στην Αφρική ή να ψάξει για τον σκύλο που συνευρέθηκε με τη μάνα του. Είναι ρατσισμός αυτό; Οχι, καλέ. Είναι Τρίτη κι έχει λιακάδα.

Γράψτε το σχόλιό σας