Ο πρόεδρος Ερντογάν βιάζεται. Θέλει να εκμεταλλευθεί την παρούσα – συμφέρουσα σε σημαντικό βαθμό – συγκυρία για να προλάβει να εδραιωθεί στο μουσουλμανικό και εθνικιστικό ακροατήριο.

Πιο συγκεκριμένα, ο τούρκος πρόεδρος τοποθετεί απέναντί του τη Δύση, εμφανίζοντας την σε παρακμή και αδυναμία, ώστε, μεταξύ άλλων, να αιτιολογηθεί η απομάκρυνση της Τουρκίας και να επισφραγιστεί η κλίση της προς την Ανατολή. Ετσι, αποδυναμώνονται οι κοσμικοί στο εσωτερικό της γείτονος, όπως και οι φιλοδυτικές και φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις, οι οποίες υποστηρίζουν τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και παρεμφερείς αρχές.

Μάλιστα, ο τελευταίος τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από τη διατήρηση της έντασης με τη Δύση, διότι με αυτό τον τρόπο τη δαιμονοποιεί, περιορίζοντας τα περιθώρια ελιγμών των αντιπάλων του, έτσι ώστε να τους υποχρεώνει να ταυτίζονται μαζί του. Σε διαφορετική περίπτωση, κινδυνεύουν να χρεωθούν την υποστήριξη σε σχέδια αποσταθεροποίησης της γείτονος ή τουλάχιστον αναγκαστικής ευθυγράμμισής της με τη Δύση, σύμφωνα με το κυρίαρχο αφήγημα. Αντιθέτως, ο Ερντογάν έχει επιτύχει την αυτονομία και απεξάρτηση της χώρας του από δεσμεύσεις και ευθύνες, που της είχαν επιβληθεί από την προηγούμενη κατάσταση, και πλέον έχει καταστήσει την Τουρκία σημείο αναφοράς για την ευρύτερη περιοχή.

Η απόφαση μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τέμενος και όσα ακολούθησαν εντάσσεται στο παραπάνω πλαίσιο. Εξίσου, όμως, είναι μέρος μίας ευρύτερης στρατηγικής, σύμφωνα με την οποία ο Ερντογάν εξελίσσεται στον προστάτη των σουνιτών μουσουλμάνων και η Κωνσταντινούπολη καθίσταται ο πόλος έλξης για το Ισλάμ. Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο η Μουσουλμανική Αδελφότητα όσο και κληρικοί με απήχηση, από το Πακιστάν και την Ινδία, χαιρέτησαν την απόφαση, η οποία οπωσδήποτε βρήκε απήχηση και σε σημαντική μερίδα των σουνιτών μουσουλμάνων ανά τον κόσμο. Παράλληλα, η τουρκική ηγεσία επιχειρεί να προσδώσει μία νέα – σε σχέση με το κεμαλικό της παρελθόν – εκδοχή/προσέγγιση, όπου θα συνδυάζει το ένδοξο οθωμανικό παρελθόν με τον τουρκικό εθνικισμό, προκειμένου να δημιουργηθεί μία νέα ταυτότητα, με τη σφραγίδα του Ερντογάν.

Προσπαθεί, λοιπόν, να προσεταιριστεί τους συντηρητικούς και θρησκόληπτους ψηφοφόρους, φοβούμενος ότι λόγω της οικονομικής κρίσης, ενδεχομένως αυτοί θα στρέφονταν στα νέα κόμματα του πολιτικού Ισλάμ (των Μπαμπατζάν και Νταβούτογλου), αλλά και τους κεμαλιστές εθνικιστές, στους οποίους ενεργοποιεί τα εθνικιστικά αντανακλαστικά ώστε αυτά να υπερτερήσουν έναντι της όποιας κοσμικότητάς τους. Στην περίπτωση της Αγίας Σοφίας και του κιτς σόου της περασμένης Παρασκευής, σε μία μέρα ιδιαίτερου συμβολισμού, καθότι συμπληρώθηκαν 97 χρόνια από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης,  χτυπάει στο «ψαχνό» τους κεμαλιστές, αναγκάζοντάς τους να «καταπιούν» την προσβολή και αποδόμηση του Μουσταφά Κεμάλ.

Υπάρχει, ωστόσο, και ένα σιωπηρό ρεύμα που αρχίζει να διαμορφώνεται στο εσωτερικό της γείτονος, της παραδοσιακής μεσαίας τάξης που πιέζεται και ασφυκτιά, των πιο μορφωμένων και απογοητευμένων από την πορεία της χώρας τους και της νεολαίας, μέρος της οποίας θεωρεί πλέον τον Ερντογάν κατεστημένο και όσο παραμένει στην ανεργία, τον θεωρεί υπεύθυνο για τις οικονομικές της δυσχέρειες. Ακόμη αυτή η τάση δεν μπορεί να μετρηθεί, αλλά εκφράστηκε στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις στην Κωνσταντινούπολη. Το ερώτημα είναι αν θα μπορέσει να συσπειρωθεί και να στοιχηθεί πίσω από έναν ηγέτη στις επόμενες εκλογές, οι οποίες μάλλον δεν θα αργήσουν.

Ο Κωνσταντίνος Φίλης είναι εκτελεστικός διευθυντής ΙΔΙΣ. Κυκλοφορεί το βιβλίο του «Η Ελλάδα στη γειτονιά της»

Γράψτε το σχόλιό σας