Η έκφραση δεν υπήρχε πριν από τη δεκαετία του 1980, εάν λάβουμε υπ’ όψιν μας (σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η Λένα Χουρμούζη στην Athens Voice το 2018) ότι το πρώτο «παιδί του σωλήνα» -με τη μέθοδο της εξωσωματικής γονιμοποίησης- γεννήθηκε στη Βρετανία το 1978 και το αντίστοιχο πρώτο στην Ελλάδα το 1982 (ακολούθησαν έκτοτε πάνω από οκτώ εκατομμύρια παγκοσμίως). Μπορεί λοιπόν να μην υπήρχε νωρίτερα η έκφραση, αλλά υπήρχαν όλα τα χαρακτηριστικά που αποδίδουμε στην έκφραση σήμερα, είτε με ηθικά μειωτικό προσδιορισμό -«κομματόσκυλα», «σφουγγοκωλάριοι», «παρατρεχάμενοι»- είτε με ηθικά ουδέτερο -«κομματικά στελέχη», «πολιτικοί καριέρας», «κομματικοί υπάλληλοι»- από τον καιρό που υπάρχουν… κόμματα. Με ιδιαίτερα μελανά χρώματα τους απαθανατίζει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στη βιτριολική νουβέλα του «Οι χαλασοχώρηδες» (1892) και τους ξεφωνίζει ήδη από τον τίτλο της: εκείνοι που σπέρνουν ζιζάνια φατριασμού και καταστρέφουν την αρμονική συνύπαρξη των ανθρώπων στα χωριά· αναμφίβολα, μια εξιδανικευμένη απεικόνιση της ζωής στην ελληνική επαρχία πριν από την έλευση των «χαλασοχώρηδων», μα κι ένα σκληρό νατουραλιστικό ομαδικό πορτρέτο αφότου έσκασαν μύτη.

Ο διαχρονικά πολύτιμος «Ελληνικός κινηματογράφος» (Ελληνικά Γράμματα, 2005) των Αγγελου Ρούβα – Χρήστου Σταθακόπουλου μας υπενθυμίζει το «αρχέτυπο» του κομματόσκυλου, όπως αυτό αποτυπώνεται σε δύο κλασικές πια κωμωδίες από τη χρυσή περίοδο της Φίνος Φιλμ: «Υπάρχει και φιλότιμο» και «Τζένη-Τζένη». Οι ταινίες βγήκαν στις αίθουσες με χρονική διαφορά τριών… μηνών (τον Δεκέμβριο του 1965 η πρώτη, τον Φεβρουάριο του 1966 η δεύτερη, στα απόνερα των Ιουλιανών και στα προεόρτια της δικτατορίας), σημείωσαν μεγάλη εμπορική επιτυχία και συνδέονται με μια σειρά από συμπτώσεις/ομοιότητες που παραείναι πολλές για να τις παραβλέψει κανείς. Αμφότερες φέρουν τη σεναριακή υπογραφή δύο εξαιρετικά δημοφιλών θεατρικών διδύμων της εποχής: των Αλέκου Σακελλάριου – Χρήστου Γιαννακόπουλου η πρώτη, των Ασημάκη Γιαλαμά – Κώστα Πρετεντέρη η δεύτερη. Και στις δύο πρωταγωνιστεί ο Λάμπρος Κωνσταντάρας στον ρόλο του ισχυρού πολιτικού παράγοντα, ενώ ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος ερμηνεύει το κομματόσκυλο. Ακόμη και τα επώνυμα των χαρακτήρων με την πιο έντονη αρνητική φόρτιση -«Γκρούεζας» στην πρώτη, «Γκόρτσος» στη δεύτερη- είναι παρόμοια αστεία/κακόηχα.

 

Από εκεί κι έπειτα αρχίζουν οι διαφορές που (με τη συνδρομή της ερμηνείας του Παπαγιαννόπουλου, μιας λεπτής ερμηνείας αποχρώσεων) μας αποκαλύπτουν πολύ περισσότερα για το «αρχέτυπο» του κομματόσκυλου από όσα θα μας αποκάλυπτε μια απλή κωμική σεναριακή σύμβαση. Στην «Τζένη-Τζένη» το κομματόσκυλο, τσιράκι του κομματάρχη Γκόρτσου, είναι κατά βάθος καλοκάγαθο. Πιο πολύ και από την επικράτηση του Γκόρτσου στην κάλπη ενδιαφέρεται να καλοπαντρέψει τη μοναχοκόρη του και όταν ο υποψήφιος γαμπρός παίρνει τη μορφή του μοναχογιού του αντίπαλου ισχυρού πολιτικού παράγοντα (εδώ ανοίγει για τον νεποτισμό ένα άλλο πικρό κεφάλαιο), το κομματόσκυλο δεν διστάζει να προβεί στην ύψιστη ύβρι/προδοσία: να αλλάξει κομματική στέγη και να προσφέρει -εξίσου χαρωπά και πρόθυμα- τις υπηρεσίες του στον μελλοντικό του γαμπρό και στον μελλοντικό του συμπέθερο. Ανεξάρτητα από ποιο κομματικό καπέλο επιλέγει να φορέσει ανά περίσταση, το κομματόσκυλο μάς είναι συμπαθές απ’ αρχής μέχρι τέλους.

Το ακριβώς αντίστροφο ισχύει στο «Υπάρχει και φιλότιμο». Εδώ ο Παπαγιαννόπουλος δεν είναι το τσιράκι κάποιου «κακού»· είναι ο «κακός», ο Γκρούεζας αυτοπροσώπως. Δηλώνει τυφλή υποταγή στο κόμμα και στα εκάστοτε «αφεντικά» του, τη στιγμή που δεν κουράζεται να δουλεύει αποκλειστικά για πάρτη του, να εξυπηρετεί την προσωπική του «ατζέντα» -με outsourcing λοβιτούρες, καθώς θα λέγαμε σήμερα- φροντίζοντας ώστε η «ατζέντα» του να επικαλύπτεται ή τουλάχιστον να μην έρχεται σε αντίθεση με την «ατζέντα» του κόμματος. Υφίστανται πραγματικά διάλογοι σε αυτήν την ταινία του 1965 που, είτε προέρχονται από την πένα των Σακελλάριου – Γιαννακόπουλου είτε από απομαγνητοφωνημένη μυστική καταγραφή του 2016, μα την Παναγία, ούτε που το παίρνουμε χαμπάρι.

Οπως κάθε άνθρωπος που έρχεται κάποτε σε επαφή με έναν ή περισσότερους κομματικούς μηχανισμούς, έτυχε κι εγώ να γνωρίσω κάμποσα από τα παιδιά του κομματικού σωλήνα. Δεν γίνεται να μη βρεθείς στο διάβα τους· θα ισοδυναμούσε με το να επισκεφθείς μια δημόσια υπηρεσία δίχως να πέσεις πάνω σε κάποιον δημόσιο υπάλληλο. Η δημοσιοϋπαλληλική μενταλιτέ -«εδώ ήρθα για να μείνω, δεν πρόκειται να με κουνήσει κανείς»- ίσως να είναι και το πιο αγαθό από τα γνωρίσματα που σου χτυπούν αμέσως στο μάτι. Το πιο ενοχλητικό είναι η έπαρση. Ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία τους, τη νοημοσύνη τους ή τον συνδυασμό αμφοτέρων, η έπαρσή τους μπορεί να είναι συγκαλυμμένη, μεταμφιεσμένη σε ευγενική συγκαταβατικότητα ή απροκάλυπτη και αναίσχυντη: «Εγώ έχω τα κλειδιά του Παραδείσου, σε αυτό το «μαγαζί» οι ένοικοι έρχονται και παρέρχονται, μόνος σταθερός παραμένει ο διαχειριστής». Θυμάστε οι παλαιότεροι τον αείμνηστο Νάιτζελ Χώθορν ως πανούργο σύμβουλο στο «Yes, Minister» και στο «Yes, Prime Minister» του BBC2; Οσοι δεν τον θυμούνται, καθώς και οι νεότεροι, μπορούν να τον εντοπίσουν εύκολα στο YouTube· περί αυτής της έπαρσης πρόκειται.

Από πού αντλούν το θράσος; Οι πιο ειλικρινείς θα μας απαντούσαν με καμάρι: από τα κομματικά τους ένσημα. Οταν αρχίζεις να κολλάς ένσημα εξ απαλών ονύχων δικαιούσαι να κοιτάζεις αφ’ υψηλού τους «περαστικούς», τους «αλεξιπτωτιστές» και όποιον άλλον θεωρείς ότι «είδε φως και μπήκε». Εάν είσαι επίσης αρκετά ασήμαντος, διακριτικός, χαμηλότονος ή και απλώς επαρκής ταρτούφος ώστε να επιζήσεις αλλεπάλληλων ενδοκομματικών εκκαθαρίσεων, μπαίνεις στον πειρασμό να πιστέψεις ότι εσύ μονάχα αφουγκράζεσαι τη «βάση», εσύ είσαι ο άγρυπνος φρουρός του κόμματος, ο θεματοφύλακας και γνήσιος εκφραστής της κομματικής ιδεολογίας, έστω και αν το πέρασμά σου από σαράντα κύματα σε έχει υποχρεώσει να καταπιείς αμάσητες αναρίθμητες ιδεολογικές «μεταλλάξεις» και «αναπροσαρμογές» και «επικαιροποιήσεις»… Εάν πάλι δεν είσαι τόσο αφελής ή τόσο ρομαντικός ώστε να παραμυθιάσεις τον ίδιο σου τον εαυτό πως δεν θα σε απομακρύνουν ποτέ επειδή θα αναγνωρίσουν την κομματική «προσφορά» σου, έχεις εύκαιρο και το Plan B: έχουν υποπέσει στην αντίληψή σου -όταν δεν έχεις συμμετάσχει προσωπικά- τόσες κομματικές «βρωμοδουλειές», έχουν δει τα ματάκια σου τόσους «σκελετούς στην ντουλάπα», ώστε κι εσένα, σαν εκείνες τις τράπεζες που είναι ασύμμετρα «μεγάλες» προκειμένου να χρεοκοπήσουν, δεν μπορούν να σε ξεφορτωθούν χωρίς να βάλουν σε θανάσιμο κίνδυνο και τη δική τους υπόσταση. Τους κρατάς γερά, φίλε μου· είσαι πολύ σκληρός για να πεθάνεις. Είσαι ο Μπρους Γουίλις.

 

Εντέλει, τα παιδιά του κομματικού σωλήνα είναι πολυτάλαντα. Ανάλογα με την ιστορική συγκυρία, μπορούν να διαπρέψουν τόσο στο δράμα όσο και στη φάρσα. Ποιοι είμαστε εμείς που θα τους επιβάλουμε το ρεπερτόριο;

Γράψτε το σχόλιο σας