Το έχω και παλιότερα γράψει πως οφείλω τη θεατρική μου μύηση, που κατέληξε σε επάγγελμα, στο ραδιόφωνο. Μεγαλώνοντας σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, ευτυχώς με έξοχους δασκάλους, με έναν πατέρα που είχε, ως μετεκπαιδεύομενος φιλόλογος, μυηθεί στο σπουδαίο θέατρο την εποχή του 1934-1939, εποχή Φώτου Πολίτη, Ροντήρη, Τερζάκη και Βεάκη, Μινωτή, Παξινού, Παπαδάκη, Δενδραμή, Μανωλίδου, Νέζερ και με μουσικό τον Δημήτρη Μητρόπουλο, παράλληλα με τους θιάσους της Κοτοπούλη, της Κυβέλης, της Κατερίνας Ανδρεάδη και των Μουσούρη – Αλίκης Θεοδωρίδη (Νορ).

Ετσι, με μανία (και με τιμωρίες συχνά, αποβολές από το σχολείο) παρακολουθούσα θιάσους από την πρωτεύουσα σε περιοδεία, σπάνια, αλλά σημαδιακές (Κοτοπούλη, Κουν, Κατράκης, Καρούσος, Ασπασία Παπαθανασίου).

Πολλοί απ’ αυτούς, μετά τον Εμφύλιο, αλλά ακόμη και με πολιτικούς διχασμούς, ήταν πρώην εξόριστοι, αποκλεισμένοι από την αθηναϊκή αγορά. Και στην επαρχία, πάντα δίπλα στο ταμείο, υπήρχε ασφαλίτης, ντυμένος πολιτικά, που κατέγραφε τους προσήλυτους σε έργα Σαίξπηρ, Μολιέρου, Τέννεσση Ουίλλιαμς, Πιραντέλλο και άλλων τέτοιων, επικίνδυνων για τους Ελληνες, αναρχικούς!

Παράλληλα, όμως, έμαθα θέατρο, και μάλιστα κατά κόρον, από το ραδιόφωνο.

Χωρίς υπερβολή, μπορώ να ισχυριστώ πως η γενιά μου μορφώθηκε θεατρικά και λογοτεχνικά από το ραδιόφωνο. Ξέρετε τι αξεπέραστη εμπειρία είναι, ένας μαθητής 15 ετών, να έχει μέσα στο σπίτι του ανέξοδα τη μεγάλη λογοτεχνία, και μάλιστα διαβασμένη από μεγάλες φωνές; Η Κυβέλη διάβαζε Ξενόπουλο, η Παξινού, Παπαδιαμάντη, ο Κωτσόπουλος, Τερζάκη, ο Νίκος Παρασκευάς, Καρκαβίτσα, ο Κατράκης, Κονδυλάκη, η Βεργή, Καραγάτση και στο ραδιοφωνικό θέατρο μυηθήκαμε από σπουδαίες διανομές (το ράδιο είχε τη δυνατότητα να έχει σε μια μετάδοση θεάτρου τον Διαμαντόπουλο και την Αρώνη, τον Νέζερ και την Καρέζη, τον Κατράκη και την Μανωλίδου, που σπάνια βρίσκονταν στο ίδιο θεατρικό σανίδι!) στο μεγάλο ευρωπαϊκό, ρωμαϊκό, κλασικό, νεοκλασικό, σύγχρονο ξένο θέατρο και στο ελληνικό, από την «Ερωφίλη» και τον «Χάση» έως τον Περγιάλη και τον Σακελλάριο.

Παρένθεση: ως στρατιώτες, αργότερα, πολλοί πρωταγωνιστούντες στη θεατρική κονίστρα, στον Σταθμό Ενόπλων Δυνάμεων, για λόγους ευνόητης οικονομίας με δωρεάν συντελεστές, παίξαμε, διασκευάσαμε, σκηνοθετήσαμε, συνθέσαμε διάσημα έργα του παγκόσμιου θεάτρου, λ.χ., διασκεύασα για το μικρόφωνο σε «παγκόσμια πρεμιέρα» την κρητική κωμωδία «Στάθης» που σκηνοθέτησε ο στρατιώτης Σπύρος Ευαγγελάτος, έγραψε μουσική ο στρατιώτης Γιάννης Μαρκόπουλος και πρωταγωνίστησαν οι στρατιώτες Γιάννης Φέρτης, Θύμιος Καρακατσάνης, Γιάννης Μόρτζος, Σπύρος Φωκάς και ο στρατιώτης, εκφωνητής των ειδήσεων, Τρύφων Καρατζάς.

Γιατί τώρα ανατρέχω σε εξήντα χρόνια πριν πολιτιστική καίρια παρέμβαση, σε καιρούς δύσκολους του ραδιοφώνου; Διότι σε μια, επίσης δύσκολη, εποχή το ραδιόφωνο, που σήμερα έχει και μεγαλύτερη και πλουραλιστική εμβέλεια, θα μπορούσε να λύσει, έστω πρόχειρα και λιτά, πολλά εργασιακά προβλήματα της θεατρικής μας αγοράς. Η τηλεόραση κοστίζει, το ράδιο χρειάζεται ένα κείμενο, ηθοποιούς (τη φωνή τους), ένα μικρόφωνο και έναν ραδιοσκηνοθέτη. Με μία ανάγνωση σε ένα τραπέζι, πριν την εγγραφή γίνεται η ανάγνωση, χωρίς άλλες πρόβες.

Ενας ενήμερος θεατρολόγος θα μπορούσε να προγραμματίσει ένα ραδιοφωνικό ρεπερτόριο με λογική συνέχειας και υφολογικής τεχνικής, έτσι ώστε, με έναν δεκάλεπτο πρόλογο, ένας ή άλλος θεατρολόγος ή ιστορικός του θεάτρου να αναλύουν θέμα και σχολή. Αυτή η πρόταση, βέβαια, δε θα κατέφευγε με πονηριά στο αρχείο του Ραδιοφώνου!!

Αυτές οι έξοχες παλιές εγγραφές έχουν την έξοχη συμβολή τους, αλλά σήμερα, εξάλλου, υπάρχουν νεότερα ξένα και ελληνικά κείμενα και, θα έλεγα, μια άλλη τεχνική εκφοράς του λόγου. Σήμερα δε θα πέρναγε η «Βαλέραινα» της Κυβέλης, χωρίς να σημαίνει πως δεν εκπροσωπεί μια γενναία φάση της ερμηνείας του θεατρικού λόγου.

Μη μου πείτε πως στο κρατικό και το ιδιωτικό ραδιόφωνο δεν υπάρχουν σπόνσορες που θα διαφήμιζαν τα προϊόντα τους, καλύπτοντας τα έξοδα ενός σαιξπηρικού ή καμπανελλικού έργου!!

Γράψτε το σχόλιο σας