Η «επόμενη μέρα» έχει αρχίσει να γίνεται μια από τις πιο συχνά επαναλαμβανόμενες φράσεις σε άρθρα γνώμης. Πράγμα λογικό, αφού διάχυτη είναι η αίσθηση ότι η πανδημία του COVID-19 ορίζει, με έναν μη αντιστρέψιμο τρόπο, ένα πριν και ένα μετά για τις σύγχρονες κοινωνίες. Και εάν το πριν μας είναι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο οικείο, το ερώτημα για το αύριο παραμένει ανοιχτό.

Διάφοροι λόγοι μας ωθούν να στοχαζόμαστε με όρους ενός πριν και ένα μετά. Η πανδημία διαμορφώνει ένα διάχυτο αίσθημα ευαλωτότητας (περισσότερο ακόμη και από απειλές με πολύ πιο μεγάλα και διαρκή αποτελέσματα όπως είναι η κλιματική αλλαγή) και αποδοχής της ανάγκης ριζικών μέτρων που θα τη διαχειριστούν. Την ίδια στιγμή τα μέτρα που λήφθηκαν δεν συνιστούν μόνο μία από τις μεγαλύτερες περιπτώσεις μαζικής αλλαγής συμπεριφοράς στη νεότερη ιστορία, ούτε απλώς μία από τις πιο εκτεταμένες απαγορεύσεις κυκλοφορίας από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και μία από τις μεγαλύτερες επιβραδύνσεις της οικονομικής δραστηριότητας που έχουν ποτέ επιβληθεί, διαμορφώνοντας συνθήκες για το ενδεχόμενο οικονομικό σοκ μιας ύφεσης με διψήφιο ποσοστό σε αρκετές από τις αναπτυγμένες χώρες του κόσμου. Ολα αυτά γεννούν το εύλογο ερώτημα τι θα αφήσει η πανδημία πίσω ως «θεσμικό κεκτημένο» (ενδεικτική η συζήτηση σε σχέση με την ευκολία ή μη επιβολής περιορισμών ή τη δυνατότητα γενικευμένης αξιοποίησης τεχνολογιών επιτήρησης και χρήσης προσωπικών δεδομένων), αλλά και μια εξίσου εύλογη αγωνία για την αναμέτρηση με το κοινωνικό κόστος της πανδημίας. Πάνω σε αυτό το ζήτημα μπορεί κανείς να δει διάφορες παραλλαγές ευσεβών πόθων και αναδρομικών δικαιώσεων.

Οι παγίδες

Υπάρχει κατ’ αρχάς ο ευσεβής πόθος απλώς να είναι τα πράγματα όπως πριν. Δεν αναφερόμαστε μόνο στην αντίδραση των ανθρώπων που επιθυμούν να επιστρέψουμε σε μια καθημερινότητα που θα επιτρέπει ξανά την οικειότητα ή απλές χαρές όπως η επίσκεψη ενός καφέ. Αναφερόμαστε στη σχεδόν θεολογική πεποίθηση ότι μετά τη σύντομη έλλειψη ισορροπίας και την αναγκαστική διακοπή, οι μηχανισμοί αυτορρύθμισης της αγοράς θα διαμορφώσουν νέα επίπεδα ισορροπίας και ευημερίας. Βέβαια, αυτό που συνήθως αποσιωπάται σε τέτοιες εκτιμήσεις μιας «επανεκκίνησης» (που σήμερα τροφοδοτούν σε αρκετές χώρες την πίεση για γρήγορη άρση των μέτρων περιορισμού) είναι ότι η απλή ενεργοποίηση των μηχανισμών της αγοράς στο έδαφος μιας έστω και εξωγενούς ύφεσης τέτοιων διαστάσεων απλώς θα σημάνει μια χωρίς προηγούμενο μεταφορά κοινωνικού κόστους στις πλάτες των πιο αδύναμων, μέσα από την ανεργία και τη γενικευμένη μείωση μισθών για να αντισταθμιστούν οι απώλειες από την ακύρωση οικονομικών δραστηριοτήτων. Σε αυτή την περίπτωση είναι προφανές ότι μιλάμε για ένα κοινωνικό τοπίο πολύ πιο δυσμενές από αυτό που υπήρχε προηγουμένως.

Υπάρχει έπειτα ο αντίστροφος ευσεβής πόθος που βλέπει στις εκτεταμένες κρατικές παρεμβάσεις για να καλυφθεί με δημόσια χρηματοδότηση το κενό που αφήνει η αναγκαστική συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας, την επιστροφή του «κεϊνσιανισμού» ή ακόμη περισσότερο την εκ των πραγμάτων επιβεβαίωση μιας σοσιαλιστικής πολιτικής. Μόνο που και εδώ έχουμε να κάνουμε με μια σύγχυση ανάμεσα στην πραγματική κρίση του νεοφιλελευθερισμού ως μοντέλου διαχείρισης, όπως αποδείχτηκε και στην προηγούμενη οικονομική κρίση, αλλά και στο γεγονός ότι απέναντι στην πανδημία τα κράτη προφανώς δεν εμπιστεύτηκαν τις «δυνάμεις της αγοράς», και το ανοιχτό ερώτημα εάν υπάρχει κάποια εναλλακτική πολιτική, που σίγουρα δεν μπορεί να περιοριστεί απλώς στην αυξημένη κρατική δαπάνη.

Αντίστοιχα, ως αναδρομική δικαίωση μπορεί να θεωρηθεί η ευκολία με την οποία προβλέπεται μια δυστοπική εμπέδωση πρακτικών επιτήρησης, καταγραφής προσωπικών δεδομένων και ρύθμισης της συμπεριφοράς με βάση την επεξεργασία αυτών. Και αυτό όχι γιατί δεν είναι πιθανό ορισμένες πρακτικές όντως να γενικευτούν, αξιοποιώντας και το παράδειγμα χωρών που το δοκίμασαν, όπως π.χ. η Νότια Κορέα, αλλά γιατί η «δυστοπία» εδώ προϋπήρξε της πανδημίας με τη μορφή ούτως ή άλλως ανεπτυγμένων συστημάτων συγκέντρωσης δεδομένων και επιτήρησης και στις «φιλελεύθερες δημοκρατίες».

Ολα αυτά μόνο ως αποτελέσματα μιας διάχυτης στρατηγικής αμηχανίας μπορούν να ιδωθούν, αμηχανίας τόσο αυτών που υπερασπίζονται την υπάρχουσα «τάξη πραγμάτων» όσο και αυτών που την ανταγωνίζονται. Μόνο που αυτό εμπεριέχει έναν σημαντικό κίνδυνο. Στην απουσία της αναγκαίας συλλογικής επινοητικότητας που θα μετατρέπει τις κοινωνικές διεκδικήσεις που αναδύονται (την πραγματική ιεράρχηση κοινωνικών αναγκών που διδάσκει η πανδημία) σε εφαρμόσιμα πολιτικά σχέδια, ο κίνδυνος είναι το αύριο να εμπεριέχει όντως τον δυστοπικό συνδυασμό ανάμεσα στα προηγούμενα ελλείμματα και τις πληγές της πανδημίας.

Το μέγεθος της κρίσης

Η πανδημία ήδη δρομολόγησε τη μεγαλύτερη ύφεση στην παγκόσμια οικονομία από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη Γαλλία υπάρχουν εκτιμήσεις για υποχώρηση του ρυθμού ανάπτυξης στο δεύτερο τρίμηνο του 2020 στο -6%, ενώ ανάλογες προβλέψεις γίνονται για τη Γερμανία. Στις ΗΠΑ, εάν υπάρξει και «δεύτερο κύμα» της πανδημίας, η μείωση του ΑΕΠ μπορεί να φτάσει το -12% μέχρι το τέλος του 2020 και σε έκρηξη της ανεργίας (ήδη υπάρχουν πάνω από 16 εκατομμύρια αιτήσεις για επίδομα ανεργίας).

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr