Το οδοιπορικό των «ΝΕΩΝ» στην ελληνική επαρχία τις ημέρες αυτές του κορωνοϊού και της απαγόρευσης κυκλοφορίας, είχε εκπλήξεις. Η καραντίνα στην Αθήνα είναι εντελώς διαφορετική και το «μένουμε στο σπίτι» στις μεγάλες πόλεις δεν έχει καμιά σχέση με το τι συμβαίνει στα μικρά χωριά της περιφέρειας.

Είναι Σάββατο πρωί και το ξεκίνημα από την Αθήνα σε προδιαθέτει για κάτι πρωτόγνωρο. Η Εθνική οδός είναι εντελώς άδεια. Ελάχιστα αυτοκίνητα κινούνται, ούτε καν στα διόδια δεν υπάρχει κίνηση. Αστυνομικοί παντού σταματούν όποιο αυτοκίνητο «τόλμησε» να βγει από το «κλεινόν άστυ» και του ζητούν άδεια μετακίνησης. Το εντυπωσιακό, όπως λένε οι ίδιοι οι αστυνομικοί, είναι ότι οι περισσότερες άδειες έχουν τον αριθμό… 5. Δηλαδή μετακίνηση για κάποια τελετή, γάμο, βάφτιση ή κηδεία.

Ποτέ άλλοτε το εθνικό δίκτυο δεν είχε τόσο λίγα αυτοκίνητα, ούτε σε μεγάλες γιορτές ή όταν τα «μπάνια του λαού» είναι στο φόρτε τους.

Η διαδρομή των 3,5 ωρών γίνεται μία ώρα νωρίτερα και η άφιξη σε κάποιο νομό της Ελλάδας γίνεται απρόσκοπτα. Είναι από εκείνους τους «τυχερούς» νομούς που δεν έχουν ακόμη κρούσματα του ιού, αλλά παρ’ όλα αυτά το σκηνικό είναι απόκοσμο.

Χωριά των 100, 200 ή 300 κατοίκων μοιάζουν με… σκηνικό από ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Αν και βρισκόμαστε στην άνοιξη και όλα είναι ανθισμένα, αυτό που επικρατεί είναι νεκρική σιωπή. Στο χωριό ελάχιστοι κυκλοφορούν στους δρόμους, το καφενείο – ανέκαθεν… Εκκλησία του Δήμου, όπως στην αρχαιότητα – έχει κατεβάσει ρολά, ένα μονάχα μίνι μάρκετ ανοικτό για τα απαραίτητα. Η πλατεία που έσφυζε από ζωή τέτοιες ανοιξιάτικες ημέρες, μοιάζει με τοπίο μετά από βομβαρδισμό.

Στην περιφέρεια η απαγόρευση κυκλοφορίας είναι διαφορετική από την Αθήνα και οι χωρικοί βιώνουν με πιο δραματικό τρόπο την αλλαγή στην καθημερινότητά τους.

 

Σαν τα φαντάσματα

Κυρίως οι ηλικιωμένοι (η συντριπτική πλειονότητα των μόνιμων κατοίκων). Περιφέρονται στα στενά σαν φαντάσματα και στη συνέχεια κλείνονται στο σπίτι για ώρες βλέποντας τηλεόραση και παρακολουθώντας με τρόμο τις εξελίξεις. Στα χωριά ο φόβος της επιδημίας είναι πιο ισχυρός απ’ ό,τι στις πόλεις. Κάτι τα γηρατειά και το γεγονός ότι είναι «ευπαθείς ομάδες», κάτι τα νέα που έρχονται από όλο τον κόσμο και φιλτράρονται διαφορετικά, κάτι η μοναξιά, δημιουργούν ένα ιδιαίτερα πνιγηρό σκηνικό. «Δεν κυκλοφορεί κανείς από το απόγευμα και μετά. Ολοι κλεισμένοι σπίτια τους, φοβισμένοι αλλά με υπομονή και πίστη ότι όλα θα περάσουν σύντομα», λέει ο Σταύρος, συνταξιούχος που μένει στο χωριό για να προσέχει την υπερήλικη μητέρα του.

Εδώ η απαγόρευση κυκλοφορίας δεν επιβάλλεται από τον νόμο, άλλωστε δεν κυκλοφορούν αστυνομικοί. Εδώ ο αυτοπεριορισμός είναι πραγματικότητα επειδή όλοι φοβούνται το «μην έρθει κακό», όπως λένε. Συγκίνηση προκαλεί ένας παππούς, άνω των 80 ετών που περπατά στην πλατεία, έξω από το μοναδικό καφενείο του χωριού που παραμένει κλειστό. Μοιάζει πράγματι με σκιά που ξεγλιστρά στα σοκάκια, φορώντας τη μάσκα του και αναρωτώμενος πότε θα ξαναβρεί την παρέα του.

 

Ενα διαφορετικό Πάσχα

Εκείνο που τον πειράζει περισσότερο, όπως μας λέει, είναι ότι δεν θα δει φέτος τα παιδιά και τα εγγόνια του το Πάσχα. Δεν θα μαζευτεί η οικογένεια και οι γειτόνοι στην αυλή για τον παραδοσιακό οβελία και δεν θα γεμίσει η πλατεία με γέλια, ευχές κι εορταστικά τσουγκρίσματα. Η εκκλησία του χωριού είναι κλειστή, ανοίγει για την περίσταση. Μια κηδεία, ένα… ξόδι διαφορετικό από τα άλλα.

Δέκα όλοι κι όλοι συγγενείς, οι πέντε μέσα στην εκκλησία για να αποχαιρετήσουν τον δικό τους άνθρωπο. «Τι κρίμα, ένας τέτοιος άνθρωπος και να πάει… άκλαυτος. Είναι άδικο», λέει ένας συγγενής. Ομως, ο φόβος του κορωνοϊού, ανατρέπει όλα τα έθιμα. Με μάσκες όλοι, μόνο ο παπάς χωρίς προστασία, ψέλνει το «μακαρία η οδός» και βιάζεται να τελειώσει την τελετή.

Ακόμη και η ιερότητα της στιγμής, ο πόνος της απώλειας, το «σχώριο», σκεπάζεται από τη… μάσκα του φόβου για την πανδημία.

Η εκκλησία παραμένει κλειστή και οι λειτουργίες γίνονται κεκλεισμένων των θυρών. Ομως, τώρα που άνοιξε για την κηδεία, ένας κάτοικος του χωριού, παρκάρει στα γρήγορα, βγαίνει από το αυτοκίνητο και τρέχοντας μπαίνει μέσα. «Πάω να ανάψω ένα κεράκι τώρα που βρήκα την ευκαιρία», λέει.

 

Ελεύθεροι πολιορκημένοι

Τα προβλήματα είναι άλλα. Σε όλα τα χωριά που περάσαμε αστυνομικοί δεν κυκλοφορούσαν, πρόστιμα δεν έκοβαν, όμως και οι χωρικοί είχαν προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα.

Οι περισσότεροι μπορεί να μη συμπλήρωναν βεβαιώσεις ή να έστελναν SMS, όμως, η έξοδός τους από το σπίτι δεν διαρκούσε πολύ. Πού να πάνε άλλωστε σε ένα χωριό που μοιάζει εγκαταλελειμμένο; Βέβαια, τα μεγάλα προβλήματα των κατοίκων της περιφέρειας είναι δύο. Το πρώτο η υγεία τους και η αδυναμία τους να πάνε αυτή την περίοδο σε ένα γιατρό, στο νοσοκομείο της πόλης. Είπαμε, ο φόβος του κορωνοϊού τους έχει μετατρέψει σε «ελεύθερους πολιορκημένους».

Το δεύτερο πρόβλημα είναι η διαχείριση του χρόνου τους. Χωρίς την αναζωογονητική κουβέντα του καφενείου με το απαραίτητο ταβλάκι, και με μόνη παρηγοριά την τηλεόραση, η μέρα περνάει δύσκολα. Κι αυτό που αντικρίζει κανείς κάνοντας μια βόλτα στις γειτονιές είναι ότι μέχρι να πέσει το σκοτάδι, ο ένας μιλάει με τον άλλον από το μπαλκόνι, σε ασφαλή απόσταση.

Και όλη η κουβέντα περιστρέφεται γύρω από την «αρρώστια», τη Μεγάλη Εβδομάδα που χάθηκε και την… Ανάσταση που περιμένουν πώς και πώς. Αν όχι τον Απρίλιο, τουλάχιστον τον Μάιο. «Για να κάνουμε καλοκαίρι με τα εγγόνια μας», όπως μας λένε…

Γράψτε το σχόλιο σας